Κάποια παλιά Χριστούγεννα …

Του ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΧΟΡΤΗ
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά κάθε φορά τις παραμονές των Χριστουγέννων η μνήμη μου ανασύρει, σαν από ένα παλιό σεντούκι, σαρακοφαγωμένο από τον καιρό, γεμάτο από τις πολύτιμες πραμάτειες όσων έζησα ως τώρα, τις εικόνες από κάποια παλιά Χριστούγεννα, ζωντανές, λες και είναι σημερινές.
Ήταν μια χρονιά της δεκαετίας του 1950, όταν, για πρώτη φορά, είχα αφήσει το χωριό, για να φοιτήσω στο μοναδικό τότε Γυμνάσιο του νησιού μας, που λειτουργούσε στην πρωτεύουσά του, σε απόσταση μόλις 25 χιλιομέτρων. Όμως, για τη μακρινή εκείνη εποχή, αυτό ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ένας ξενιτεμός για μένα και τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου, καθώς το δικό μας σύμπαν περιοριζόταν ως τότε μέχρι τα πολύ κοντινά μας χωριά και μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει η ματιά μας. Η φαντασία μας, βέβαια, συμπλήρωνε όσα βρίσκονταν πέρα από τους ορίζοντές μας και, επειδή τίποτα δεν την εμπόδιζε, δημιουργούσε κόσμους μαγικούς και ονειρικούς, τέτοιους που λαχταρούσαμε, χωρίς τις δυσκολίες που, παρά την αμεριμνησία της παιδικής μας ηλικίας, βιώναμε στις δύσκολες εκείνες εποχές.

Εκείνο τον καιρό το χωριό μας, όπως και τα άλλα χωριά της Νοτιοδυτικής Λευκάδας, είχαν τη δική τους ξεχωριστή, ως ένα βαθμό, κοινωνική και οικονομική ζωή, καθώς οι επαφές τους με την πρωτεύουσα του νησιού και με τα χωριά του Βόρειου τμήματός του δεν ήταν τόσο συχνές. Αυτό είχε ως συνέπεια οι περισσότεροι από τους κατοίκους τους να βρίσκονται μακριά από την πνευματική, εκπαιδευτική και γενικότερα πολιτιστική ζωή, που είχε ως επίκεντρο, όπως ήταν φυσικό, την πρωτεύουσα, και στην οποία συμμετείχαν, ως ένα βαθμό, και οι κάτοικοι των γειτονικών σε αυτήν χωριών. Έτσι, τα ήθη στα χωριά μας ήταν πιο τραχιά και ανάλογοι με αυτά ήταν και οι κώδικες συμπεριφοράς των ανθρώπων. Για τους λόγους αυτούς ο χαρακτηρισμός «πισωχωρίτες» που μας απέδιδαν, χιουμοριστικά είναι η αλήθεια και χωρίς κακή πρόθεση, οι κάτοικοι της πόλης και των «μπροστινών» χωριών, εκτός από γεωγραφικό, είχε στο βαθος και ένα αξιολογικό περιεχόμενο, που ατονούσε σταδιακά όσο η επικοινωνία και οι επαφές γίνονταν πυκνότερες. Το συγκοινωνιακό δίκτυο που, κατά την δεκαετία του 1950, είχε αποκτήσει κανονικότητα ήταν μια βασική προϋπόθεση γι’ αυτό, αφού τα μικρά λεωφορεία της εποχής είχαν αρχίσει να πραγματοποιούν, μια φορά την ημέρα, το δρομολόγιο από τα χωριά προς την πόλη και αντιστρόφως.

Αυτές ήταν οι συνθήκες, όταν, ένα καλοκαιρινό πρωινό μετά τη λήξη των μαθημάτων της χρονιάς εκείνης, βρέθηκα με τον πατέρα μου να περιμένουμε το λεωφορείο στο κέντρο του χωριού, στο δημόσιο δρόμο που οδηγούσε στη Λευκάδα, για να συμμετάσχω στις εισαγωγικές εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Θα ήταν άραγε,΄συλλογιζόμουν, η πόλη που για πρώτη φορά θα έβλεπα, η πόλη του Βαλαωρίτη και του Σικελιανού, τέτοια που με τη φαντασία μου την είχα πλάσει, ανάλογη με τη μεγαλοσύνη των ποιητών που είχε γεννήσει και γαλουχήσει, θα αποτύπωνε τη λάμψη και τη ρωμαλεότητα των στίχων τους που από πολύ μικροί είχαμε γνωρίσει και μας είχαν συνεπάρει; Τις σκέψεις μου διέκοψε η άφιξη του λεωφορείου. Ήταν ένα από τα μικρά λεωφορεία των 24 θέσεων, που η χαμηλή τους ταχύτητα σε συνάρτηση με το στενό χωμάτινο δρόμο και τις πολλές στάσεις στα ενδιάμεσα χωριά έκανε να μοιάζει ατέλειωτος ο χρόνος μέχρι την άφιξη στον προορισμό τους. Οδηγός του ήταν ο μπάρμπα Νίκος ο Φλώριος από τον Άγιο Πέτρο και εισπράκτορας ο μπάρμπα Θοδωρής ο Ραυτόπουλος, από το ίδιο χωριό, άνθρωποι ευγενείς, μειλίχιοι και εξυπηρετικοί. Το αξιοπερίεργο, ωστόσο, ήταν πώς τα μικρά αυτά οχήματα μπορούσαν να χωρέσουν πενήντα και εξήντα, ίσως, άτομα τις μέρες των μαζικών μετακινήσεων, όπως ήταν οι μέρες των διακοπών των σχολείων ή οι μέρες μετά τις μεγάλες γιορτές, που οι μαθητές επέστρεφαν από τα χωριά στην πόλη. Γιατί επρόκειτο για μια εποχή δημογραφικής ακμής για τα χωριά, που συνοδευόταν από μια ραγδαία αύξηση του μαθητικού πληθυσμού, καθώς οι κάτοικοί τους επιδίωκαν, με κάθε τίμημα, να μορφώσουν τα παιδιά τους.

Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, είδαμε να απλώνεται μπροστά στα μάτια μας ο ελαιώνας της πόλης, μια σταχτοπράσινη θάλασσα από αιωνόβιες ελιές, με τους τεράστιους κλώνους τους να αγγίζουν ο ένας τον άλλο, έτσι που το φως του ήλιου δεν περνούσε ανάμεσά τους. Οι περισσότερες από τις ελιές αυτές είχαν φυτευτεί στην εποχή της Βενετοκρατίας, δηλαδή στα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα. Εκεί που τελείωναν οι ελιές ξεκινούσε ο οικισμένος χώρος, τα σπίτια της πόλης, χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο μέχρι την ακύμαντη καλοκαιρινή θάλασσα, που τα νερά της στραφτάλιζαν στον πρωινό ήλιο. Ανατολικά διακρίναμε τις κοντινές ακτές της Ακαρνανίας, ενώ βόρεια διαγράφονταν στην αχλύ του πρωινού οι ηπειρωτικές ακτές και η Πρέβεζα. Η πρώτη συντομότατη γνωριμία μου με την πόλη δεν ήταν κάποια θαυμαστή και συγκλονιστική αποκάλυψη, καθώς αυτή δεν ήταν η φανταχτερή πόλη όπως την είχα πλάσει με τη φαντασία μου, που θα με αιχμαλώτιζε με την ομορφιά της. Επρόκειτο για μια μικρή και συνηθισμένη, θα έλεγα αργότερα, φτωχική επαρχιακή πόλη και αυτό ήταν φυσικο, αφού ελάχιστα χρόνια είχαν περάσει από τον πόλεμο και την Κατοχή. Σ’ αυτήν εγκαταστάθηκα για μονιμότερη διαμονή στα τέλη Σεπτεμβρίου, καθώς τα μαθήματα στο Γυμνάσιο άρχιζαν την 1η Οκτωβρίου. Ωστόσο, τα ίχνη της πνευματικής, καλλιτεχνικής και γενικότερα πολιτιστικής παράδοσης αυτής της μικρής πόλης ήταν ευδιάκριτα και τα συναντούσα σε καθε βήμα μου. Πρόκειται για τις εκκλησίες της με τα περίτεχνα τέμπλα και τις αριστουργηματικές αγιογραφίες τους, πολλές από αυτές έργα φημισμένων εκπροσώπων της επτανησιακής σχολής, όπως ο Βεντούρας κ.ά., αλλά και άλλα τεκμήρια, όπως ο τάφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στο ναό του Παντοκράτορος, η προτομή του ίδιου ποιητή στην πλατεία της παραλίας, το σπίτι που έζησε ο άλλος μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός, το σπίτι των Ζαμπελίων κ λπ. Αυτή η παράδοση συνεχιζόταν ακόμα με τη φημισμένη μπάντα της φιλαρμονικής, που τη βλέπαμε και την ακούγαμε σε διάφορες γιορτινές ή πένθιμες εκδηλώσεις, με τους μουσικούς ντυμένους με τις στολές τους, να βαδίζουν αργά και τελετουργικά, θα έλεγα, και να υποβάλλουν με τη μουσική συναισθήματα ευφρόσυνα ή περισυλλογής και θλίψης. Θα προσθέσω τέλος ότι η αστική ζωή, με την πληθώρα των καταστημάτων και τους θορύβους της αγοράς, εντελώς διαφορετική από την αγροτική ζωή των χωριών μας, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο και εντυπωσιακό για όσους για πρώτη φορά είχαμε αφήσει το γενέθλιο τόπο μας. Σ’ αυτή τη ζωή της πόλης ενσωματωθήκαμε, αν είναι σωστός ο όρος, περισσότερο ως παρατηρητές, δεδομένου ότι η συντήρησή μας στηριζόταν, ως επί το πλείστον, σε όσα μας έστελναν κάθε τόσο οι γονείς μας από τα χωριά. Ωστόσο, κάποιες φορές, η νοσταλγία του χωριού πλημμύριζε την ψυχή μου. Αναπολούσα τους ανοιχτούς ορίζοντες, το λαμπρό και διάφανο φως, τη γαλήνη και την ηρεμία της φύσης και βέβαια τα πρόσωπα της οικογένειάς μου, που θα τα έβλεπα στις διακοπές των Χριστουγέννων.

Στις 23 Δεκεμβρίου τα μαθήματα σταμάτησαν. Γευόμαστε πια όλοι την ευδαιμονία των διακοπών, της γιορτινής ατμόσφαιρας που πλανιόταν στην πόλη και της προσδοκίας να βρεθούμε ξανά στα σπίτια μας. Το απομεσήμερο της ίδιας μέρας βρέθηκα στο σταθμό των λεωφορείων και επιβιβάστηκα σ’ αυτό που θα εκτελούσε το δρομολόγιο για το χωριό. Διασχίσαμε τον ελαιώνα, όπου μπορούσε κανείς να διακρίνει, σποραδικά, ανθρώπινες φιγούρες σκυμμένες κάτω από τα δέντρα να μαζεύουν τον καρπό, που με το ράβδισμα των «τιναχτιάδων» στρωνόταν στο νοτισμένο έδαφος και το κάλυπτε με το λαμπερό βαθύ μελανό του χρώμα. Ύστερα άρχισε το ανέβασμα από τον ελικοειδή δρόμο στις πλαγιές, που και αυτές ήταν, μέχρι κάποιο υψόμετρο, καλυμμένες με ελαιόδεντρα που αραίωναν σταδιακά όσο το ανέβασμα προχωρούσε. Φυλλοβόλα δέντρα με γυμνά τα κλαδιά τους, έκθετα στους αέρηδες, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει σε χωράφια ή σε ακαλλιέργητους λόφους, ενώ άρχισαν να εμφανίζονται και αμπέλια. Προχωρώντας προς τα ορεινά, το τοπίο γινόταν όλο και πιο τραχύ, με βράχους και λιγοστό χώμα, όπου πάλευαν πεισματικά, θαρρείς, να επιβιώσουν μικρά κλήματα αμπελιού, που, ωστόσο, θα έδιναν συγκομιδή το φθινόπωρο. Βαθιές χαράδρες, που το χειμώνα γίνονταν ορμητικοί χείμαρροι, χαράκωναν το έδαφος και έφταναν από τα ορεινά μέχρι τον Άγιο Νικήτα. Σε μικρή απόσταση από το χωριό, το έδαφος άρχιζε να γίνεται πιο ομαλό, αλλά πάνω από αυτό «κρέμονταν» οι γυμνές κορυφές των Σταυρωτών. Ο χώρος όμως ήταν πια οικείος και σε λίγο θα έφτανα στο σπίτι μου. Τώρα μας προϋπαντούσε το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, ανάμεσα σε μια συστάδα δέντρων και θάμνων, στην άκρη ενός πολύ μικρού γραφικού οροπέδιου, στο οποίο οι κάτοικοι της Εξάνθειας, γειτονικού μας χωριού, καλλιεργούσαν το καλοκαίρι κηπευτικά. Σε ελάχιστη απόσταση, στην κορυφή του λόφου, διακρίναμε το εκκλησάκι της Παναγίας, ένα εκκλησάκι παπαδιαμαντικό, που το φανταζόμουν να πολεμά με τις καταιγίδες και να προστατεύει τους προσφεύγοντες σε αυτό όχι μόνο από τις καταιγίδες της φύσης αλλά και από τις καταιγίδες της ζωής και από «τα βέλη του αλλοτρίου», για να θυμηθώ την υμνολογία της εκκλησίας μας. Το μικρό αυτό εκκλησάκι γινόταν έτσι, «τείχος απροσμάχητον» και η Θεοτόκος η Υπέρμαχος στρατηγός για κάθε χειμαζόμενο χριστιανό. Την αίσθηση αυτή της προστασίας και του ιερού δέους είχα δοκιμάσει, όταν με τον πατέρα μου είχαμε πάει για να τελέσει τη θεία λειτουργία σ’ αυτό. Αρκετά χρόνια αργότερα είχα συγκλονιστεί, όταν είχα διαβάσει ένα ποίημα του Σικελιανού αφιερωμένο στην «Παναγιά της Σπάρτης», στο οποίο ο μεγάλος μας ποιητής, με μεγαλοπρεπείς και αστραφτερές εικόνες και βαθύτατο συμβολισμό εικονογραφεί την Θεοτόκο ως Υπέρμαχο στρατηγό και κάστρο άπαρτο του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού ως εξής:
.... Και στον λόφον, οπόχει όμοια κορόνα
το κάστρο το βενέτικο θα χτίσω
βαριά εκκλησιά και μέσα θα Σε κλείσω
μ’ ατάραγο από σίδερο πυλώνα
Καμπάνες που να βόγγουνε ως ασπίδα
πόβρει σε σπάθα ή κονταριού κοπίδι
θα βάλω κι άλλες πιο ψηλά σα σείστρα
Κι απ’ τα παράθυρά της να Σε ισκιάσω
βαθύχρωμα κρουστάλλια θα ταιριάσω
Και το καθένα νάναι πολεμίστρα.


Σε ελάχιστα λεπτά είχαμε φτάσει στο χωριό. Με υποδέχτηκε το γνωστό χειμωνιάτικο τοπίο, στο οποίο δέσποζε ο τεράστιος αιωνόβιος πλάτανος πάνω από τον δημόσιο δρόμο, γυμνός όμως από φύλλα, με το χέρι του χρόνου να έχει σημαδέψει τον κορμό του με μια βαθιά κουφάλα, που πίστευε κανείς ότι θα στράγγιζε από μέσα του τη δύναμη και τη δροσιά του. Γύρω του και πάνω από αυτόν μια γκριζόασπρη ατμόσφαιρα προμήνυε χιονιά, ενώ στο βάθος η θάλασσα είχε αλλάξει το λαμπρό καλοκαιρινό γαλάζιο της χρώμα και είχε φορέσει τη μουντή σταχτιά φορεσιά της. Οι ψυχρές ριπές του αέρα έκαναν γλυκιά την προσμονή της σπιτικής θαλπωρής που θα με υποδεχόταν σε λίγο. Σταχτόχρωμοι καπνοί υψώνονταν από τις καμινάδες των τζακιών και διαλύονταν στον αιθέρα. Στους δρόμους δεν έβλεπε κανείς παρά όσους, με κουρασμένο βήμα, επέστρεφαν από το μάζεμα της ελιάς ή οδηγούσαν τα ζώα τους στους στάβλους. Σε λίγο βρισκόμουν στο σπίτι. Μια μεγάλη φωτιά με κούτσουρα από ελιά και πουρνάρι, που είχε ανάψει η μάνα μου, τριζοβολούσε στο τζάκι και μικρές σπίθες σαν λιλιπούτεια βεγγαλικά εκτοξεύονταν γύρω και έσβηναν αμέσως, ενώ οι ανταύγειές της φώτιζαν φευγαλέα τους τοίχους, σε ένα παράξενο παιχνίδι φωτοσκιάσεων, όσο την τροφοδοτούσαμε με ξύλα και οι φλόγες της υψώνονταν για λίγο, για να χαμηλώσουν αμέσως μετά. Άρχισε πια να σκοτεινιάζει. Γαλήνη είχε τυλίξει την κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, που φορές- φορές τη διέκοπταν γαβγίσματα σκυλιών ή γρήγορα βήματα περαστικών, που βιάζονταν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και ράγιζαν τη σιωπή της βραδιάς. Πόσο διαφορετικά ήταν όλα από τον θόρυβο, τη βοή και τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής στην πόλη! Καθισμένος απέναντι από τη φωτιά γευόμουν την ευδαιμονία και την ασφάλεια του να βρίσκομαι στο σπίτι μου, κοντά στους δικούς μου, τον πατέρα και τη μάνα μου, τα αδέρφια, τους παππούληδες και τις βαβάδες μου. Και πολλές φορές από τότε και μέχρι σήμερα η νοσταλγία με γυρίζει πίσω σε στιγμές, όπως εκείνα τα Χριστούγεννα, όταν καθόμαστε όλοι γύρω από τη φωτιά, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι οι στιγμές αυτές κάποτε θα τελείωναν και θα μας συνόδευε η γλυκόπικρη ανάμνησή τους, αλλά και η συναίσθηση ότι εκεί χτίστηκαν τα θεμέλια της προσωπικότητας και του χαρακτήρα μας.

Την επόμενη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, ξύπνησα αργά. Η μάνα μου είχε σηκωθεί νύχτα ακόμα, και όχι χαράματα όπως συνέβαινε τις περισσότερες μέρες, για να προλάβει τις δουλειές και τις ανάγκες μιας πολυμελούς οικογένειας. Όμως τώρα υπήρχε ο επιπρόσθετος λόγος ότι έπρεπε να ζυμώσει, για να κάμει, εκτός από τα χριστόψωμα, και το «Σταυρό» που θα κόβαμε, σύμφωνα με το έθιμο, το βράδυ. Πολύ νωρίς είχε σηκωθεί και ο πατέρας μου, για να επιτελέσει τα ιερατικά του καθήκοντα, και να κάνει όποιες προμήθειες χρειάζονταν για την επόμενη μέρα. Στο μεταξύ, βαριά χτυπήματα στην πόρτα μας ειδοποιούσαν ότι είχε φτάσει η πρώτη ομάδα για να ψάλει τα κάλαντα και να δεχθεί τα φιλέματα της νοικοκυράς του σπιτιού. Αμέσως μετά ήχησαν στον αιθέρα χαρούμενες οι κρυστάλλινες φωνές των παιδιών που έφερναν πρώτα το μήνυμα της Θείας Γέννησης. Εγώ, αφού ετοιμάστηκα, ξεκίνησα για το κέντρο του χωριού. Στα μικρά του καφενεία, που ήταν επίσης και παντοπωλεία, άνθρωποι μπαινόβγαιναν, άλλοι για προμήθειες και άλλοι, οι περισσότεροι, για να πιούν το ούζο, το κονιάκ ή τον καφέ τους, να παίξουν την πρέφα τους και να συζητήσουν με τους συγχωριανούς και φίλους τους. Μπροστά από τα καταστήματα, μπορούσε κανείς να διακρίνει, δεμένα, ζώα για μεταφορές, συνήθως γαϊδουράκια, αλλά και άλογα. Επρόκειτο για τα υποζύγια κατοίκων των γειτονικών μικρών χωριών, οι οποίοι, καθώς στους οικισμούς τους δεν υπήρχαν καταστήματα, έρχονταν για τις προμήθειές τους, αλλά και για να πουλήσουν προϊόντα από την παραγωγή τους, συνήθως τυρί ή λάδι, στο χωριό μας. Και δεδομένου ότι η μαζική μετανάστευση δεν είχε ακόμα αρχίσει και τα χωριά άκμαζαν ακόμα πληθυσμιακά, η κίνηση ήταν σημαντική, αφού σ’ αυτό βοηθούσε και η αργία της ημέρας. Έτσι, γύρω από τις σόμπες που ο καταστηματάρχης τροφοδοτούσε συνεχώς με καυσόξυλα, για να μετριαστεί το κρύο από τον ψυχρό αέρα που εισχωρούσε από τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών αλλά και η υγρασία από τους τοίχους και το τσιμεντένιο δάπεδο, δεκάδες άνθρωποι, με φτωχικά αλλά βαριά ρούχα ντυμένοι, έπιναν, συζητούσαν, χειρονομούσαν, αστειεύονταν, όλοι με χαρούμενη διάθεση, έχοντας αφήσει πίσω τους τα προβλήματα και τις έγνοιες, που δεν ήταν, βέβαια, και λίγα. Όλα αυτά συνεχίζονταν κάτω από το φως της ασετυλίνης σαν σκοτείνιαζε, ώσπου ο θόρυβος, τα επιφωνήματα και οι συζητήσεις σιγά σιγά καταλάγιαζαν και το χωριό τυλιγόταν στη λευκή σιωπή του παγωμένου αιθέρα ή και του χιονιού.

Το σκηνικό μεταφερόταν πια στο κάθε σπίτι του χωριού, όπου ολόκληρη η οικογένεια θα δειπνούσε, κόβοντας τον «Σταυρό», με συγκεκριμένο τελετουργικό. Επρόκειτο για ένα ψωμί στρογγυλό, που κοβόταν σε τέσσερα σημεία, ώστε αυτό που έμενε να σχηματίζει το σχήμα του σταυρού. Αφού μαζευτήκαμε λοιπον όλοι, τοποθετήσαμε τον «Σταυρό» πάνω σε ένα μπουκάλι κρασί, βάλαμε ο καθένας το χέρι του πάνω στο ψωμί και ευχηθήκαμε «χρόνια πολλά». Ύστερα η μάνα μας έβαλε στα πιάτα μας όσπρια, που είχε μαγειρέψει, τα άρτισε με λάδι και μέσα σε μια ατμόσφαιρα στην οποία βασίλευε η χαρούμενη διάθεση τρώγαμε και συζητούσαμε για όσα μας απασχολούσαν και για όσα ελπίζαμε και προσδοκούσαμε. Προσπαθώντας να εξηγήσω το έθιμο, δεν βρίσκω άλλη εύλογη ερμηνεία, εκτός από εκείνη που παραπέμπει σε ευδιάκριτους συμβολισμούς. Το ψωμί, το κρασί, το λάδι και τα όσπρια, βασικά στοιχεία της διατροφής των αγροτικών κοινωνιών, συμβολίζουν ασφαλώς την αφθονία, ενώ ο «Σταυρός», σύμβολο του Σωτήρα που γεννιέται, και η ευχή υποδηλωνουν την παράκλησή μας σ’ αυτόν να μας χαρίζει πάντοτε αυτήν την αφθονία.

Ξημέρωσε, τέλος, η μέρα των Χριστουγέννων. Πολύ νωρίς οι ήχοι της καμπάνας του Αι Γιάννη, κρεμασμένης σε κλωνάρι μιας παλιάς μουριάς, τρικύμισαν θριαμβικά, θα έλεγε κανείς, όπως ταιριάζει σε μια μέρα ξεχωριστή, στον αέρα του παγωμένου χειμωνιάτικου πρωινού. Σιγά-σιγά από ολα τα σημεία του χωριού άντρες, γυναίκες και παιδιά, ντυμένοι στα γιορτινά τους έπαιρναν το δρόμο για την εκκλησία και καθώς συνέκλιναν, λίγο πριν φτάσουν σ’ αυτήν, έμοιαζαν με αρχαία πομπή που μετείχε σε κάποια ιερή τελετουργία. Μέσα στην εκκλησία, το φως από τον μικρό πολυέλαιο, τις λαμπάδες και τα κεριά, ιλαρό, εισχωρούσε, θαρρείς, στα τρίσβαθα της ψυχής των πιστών και αυτή η γλυκύτητα αποτυπωνόταν στα πρόσωπά τους που καθρέφτιζαν μια πρωτόγνωρη πραότητα και ηρεμία. Και ήταν πραγματικό θαύμα πώς άνθρωποι που ζούσαν μέσα στα βάσανα και η ένταση από τη δύσκολη ζωή τους είχε σμιλέψει με τραχύτητα τα χαρακτηριστικά τους παρουσιάζονταν τώρα γαλήνιοι και ήρεμοι, λες και τα καθημερινά προβλήματα αφορούσαν άλλους και όχι τους ίδιους, λες και ο τεχθείς Σωτήρ χάριζε στους «κοπιώντες και πεφορτισμένους» πολύτιμο δώρο την ανάπαυση. Στο μεταξύ, μέσα σε βαθιά κατάνυξη, η ακολουθία προχωρούσε. Φτάσαμε στις καταβασίες: «Χριστός γεννάται δοξάσατε...» Ο στίχος, λυρικός, μεγαλοπρεπής, συνταιριασμένος μοναδικά με το μέλος, αντήχησε, θριαμβικός, δοξαστικός στην εκκλησία, για να φτάσει στην αποκορύφωσή του στην ενάτη ωδή, στην οποία ο υμνωδός, με στίχους γεμάτους βαθιά πίστη και μοναδικό λυρισμό, βλέπει την Γέννηση του Σωτήρος ως παράδοξο μυστήριο, αφού το σπήλαιο της Γέννησης γίνεται ουρανός, η Θεοτόκος χερουβικός θρόνος και η ταπεινή φάτνη ό τόπος όπου αναπαύτηκε Αυτός που δεν χωρά πουθενά: «Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον ουρανόν το σπήλαιον θρόνον χερουβικόν την Παρθένον την φάτνην χωρίον εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος...» Μοναδική σύζευξη δόγματος και ποίησης! Όταν ακούω τις καταβασίες αυτές ξαναγυρίζω χρόνια πίσω. Θυμάμαι τον πατέρα μου που ιερουργούσε, τη μικρή και ταπεινή μας εκκλησία, την οικογένειά μου και τους συγχωριανούς μου, που η κοινή λατρεία της μεγάλης εορτής μας ένωνε και νιώθαμε ότι, γιορτάζοντας τη Γεννηση, αποκαθαίραμε την ψυχή μας από κάθε ταπεινό και χαμερπές. Και μου έρχεται στο νου τώρα, συνειρμικά, ο στίχος ενός σημαντικού ποιητή μας «...και στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη...», με τη λέξη καλοσύνη να σημαίνει πραότητα, γαλήνεμα. Αυτό ήταν και είναι η Γέννηση του Σωτήρος, η συναίσθηση ότι γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι και το χρέος να το επιδιώκουμε...

 

Η γέννηση του Χριστού, Μιχαήλ Ρουμπλιόφ, 1405, Καθεδρικός ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Μόσχα.



Τα κάλαντα, Νικηφόρος Λύτρας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε!
Σας καλωσορίζουμε στην ανανεωμένη ιστοσελίδα μας!
Η ιστοσελίδα μας επανασχεδιάστηκε και ανανεώθηκε, είναι πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο επικεντρωμένη στο να σας προσφέρει τις πληροφορίες που χρειάζεστε άμεσα και γρήγορα.
Για καλύτερη εμπειρία χρήσης αναβαθμίστε την εφαρμογή περιήγησης (Browser) που χρησιμοποιείτε
Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!