Περί αγοραπωλησιών

Του ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΧΟΡΤΗ
Δύο νοταριακά έγγραφα του 1752, που περιλαμβάνονται στις πράξεις του νοταρίου παπά Γιάννη Δεσαλέρμου, παρέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το χωριό μας και την εποχή, οι οποίες αναφέρονται στην αγροτική οικονομία, στο νομοθετικό πλαίσιο δικαιοπραξιών που αφορούν αγοραπωλησίες κτημάτων και όχι μόνον και στην παρεμβατικότητα της Διοίκησης σε αυτές, καθώς και σε δημογραφικά στοιχεία του οικισμού. Παράλληλα, από τα έγγραφα αυτά, όπως και από όλα τα έγγραφα της εποχής, μπορούμε να σχολιάσουμε τη μορφή της γλώσσας που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι. Το πρώτο από τα δύο αυτά έγγραφα έχει συνταχθεί στις 22 Νοεμβρίου του 1752, με το παλαιό ημερολόγιο, και αφορά αγοραπωλησία στην οποία οι συμβαλλόμενοι είναι ο παπά Αντώνης Χόρτης του ποτέ Αθανάση αφενός και ο Βασίλης Κονταντώνης του ποτέ Αναστάση με τα αδέλφια του αφετέρου. Σύμφωνα με το έγγραφο, ο Αναστάσης Κονταντώνης είχε αγοράσει το 1741, δηλαδή 11 χρόνια πριν από τη σύνταξη της νοταριακής πράξης, από τον παπά Αντώνη ένα χωράφι στην τοποθεσία Παληάμπελα (η τοποθεσία έχει την ίδια ονομασία και σήμερα και βρίσκεται κάτω από το χωριό, ΒΔ από αυτό, σε χαμηλό υψόμετρο, κοντά στην Κολώνη). Το αντίτιμο συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών στο ύψος των 21 ριαλιών και το κτήμα, μετά την πώληση, φυτεύτηκε αμπέλι. Ωστόσο, η πώληση κτήματος, με συμφωνία των δύο μερών, έδινε μεν στον αγοραστή το δικαίωμα νομής, όχι όμως και την κυριότητα του πωλουμένου. Στην περίπτωσή μας, ο Κονταντώνης και οι κληρονόμοι του, μετά το θάνατό του, νέμονται το κτήμα, αλλά δεν έχουν την πλήρη κυριότητά του. Για να τους μεταβιβασθεί αυτή, ο νόμος προέβλεπε ότι δεν αρκούσε η απλή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά έπρεπε να προηγηθούν 3 εκτιμήσεις από ανεξάρτητους εκτιμητές και ο μέσος όρος των εκτιμήσεων αυτών να αποτελέσει την αξία της πώλησης. Οι τρεις αυτές εκτιμήσεις έγιναν, όπως φαίνεται, μετά την παρέλευση 11 ολόκληρων ετών.

Αναφύεται, επομένως, εύλογα το ερώτημα για την αιτία της καθυστέρησης αυτής, που, σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να είναι και μεγαλύτερη. Η απάντηση δίνεται έμμεσα από το ίδιο το έγγραφο. Το χωράφι μεταβιβάστηκε, ως προς τη νομή του, με απλή συμφωνία, για να μην «αγραβάρεται», κατά τη σχετική έκφραση του εγγράφου, δηλαδή να μην επιβαρύνεται οικονομικά ο παπά Αντώνης, καθώς, όπως συνάγεται, η αποζημίωση των εκτιμητών φαίνεται ότι εβάρυνε τον πωλητή. Η αναφορά αυτή αποτελεί μια πρώτη υποδήλωση για τη δύσκολη οικονομική κατάσταση του παπά Αντώνη, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε. Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κρισιμότερο και είναι το εξής: Γιατί, αφού το τίμημα της πώλησης είναι αποτέλεσμα της συμφωνίας μεταξύ πωλητή και αγοραστή και συνεπώς τεκμαίρεται ότι εκφράζει τη βούληση και των δύο, η Διοίκηση επιβάλλει με νόμο τη διαδικασία των εκτιμήσεων; Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η βούληση του πωλητή είναι πολύ πιθανόν να επηρεάζεται από εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι καθιστούν την πώληση ενός πολύτιμου περιουσιακού του στοιχείου τη μοναδική λύση και διέξοδο. Το επιχείρημα αυτό είναι βασιμότατο, δεδομένου ότι σε μια κλειστή αγροτική οικονομία, όπως ήταν η οικονομία της υπαίθρου του νησιού, όπου η διαβίωση των κατοίκων στηριζόταν αποκλειστικά στην αυτοκατανάλωση των προϊόντων από την καλλιέργεια της γης, ήταν έξω από κάθε λογική να εκποιεί κανείς κτήματά του, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτόν το διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα και καθιστώντας δυσχερή τη συντήρηση των μελών της οικογενείας του. Κάτι τέτοιο θα είχε εξήγηση, εάν τα χρήματα από την πώληση διετίθεντο για επένδυση, η οποία θα κάλυπτε ή θα υπερέβαινε τις απώλειες από αυτήν. Ωστόσο, το εμπειρικό υλικό των πηγών δεν δείχνει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, τα όποια πλεονάσματα των κατοίκων της υπαίθρου διετίθεντο για αγορά γης, είτε για καλλιέργεια δημητριακών, είτε, αν εξασφαλιζόταν η αναγκαία για τη διατροφή της οικογένειας και την αναπαραγωγή της καλλιέργειας ποσότητα, για αμπελοκαλλιέργεια, της οποίας το προϊόν μπορούσε εύκολα να διατεθεί στην αγορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αγορά γης είναι ελκυστική επένδυση και για ευκατάστατους και πλούσιους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι διέθεταν χρήματα από ποικίλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, για να προσθέσουν σε αυτές και επιχειρήσεις γεωργοκτηνοτροφικού χαρακτήρα. Τόσο το ενετικό κτηματολόγιο όσο και πληθώρα νοταριακών πράξεων αποδεικνύουν το γεγονός.

Την αδυναμία, λοιπόν, του πωλητή στη διαπραγμάτευσή του με τον αγοραστή έρχεται να καλύψει η νομοθετική παρέμβαση της Διοίκησης, ώστε η αγοραπωλησία να συντελεσθεί με βάση την πραγματική αξία του ακινήτου και όχι με τους όρους που θα μπορούσε να επιβάλει ο ισχυρός. Η παρεμβατικότητα αυτή αποδεικνύει τη διάθεση της Πολιτείας, δηλαδή της Ενετικής Διοίκησης, να διατηρεί την κοινωνική ισορροπία και τούτο προκύπτει και από άλλα παρεμφερή μέτρα. Θα αναφέρω το μέτρο της οιονεί υποθήκης, του «σημαδιού», όπως αναφέρεται στα έγγραφα, δηλαδή της εκχώρησης από κάποιον της νομής περιουσιακών του στοιχείων, έναντι χρηματικού ποσού, με τον όρο, όταν επιστρέψει τα χρήματα να του επιστραφεί το εκχωρηθέν ακίνητο ή η κινητή αξία την οποία είχε υποθηκεύσει. Η Βενετία δηλαδή επιθυμούσε την κοινωνική γαλήνη, και αυτό οφειλόταν τόσο σε φορολογικούς όσο και σε αμυντικούς λόγους, αφού απέβλεπε στη σύμπραξη των ντόπιων για την άμυνα του νησιού, μιας κτήσης της μεθορίου, απειλούμενης άμεσα από τους γείτονες Οθωμανούς. Η εμπέδωση, λοιπόν του αισθήματος ασφάλειας και προστασίας των πολιτών από το κράτος αποτελούσε προτεραιότητα για την πολιτική εξουσία.

Ότι αυτή ήταν η πραγματικότητα προκύπτει καθαρά, αν συγκρίνουμε αφενός το τίμημα πώλησης του χωραφιού που συμφωνήθηκε μεταξύ πωλητή και αγοραστή και αφετέρου το τίμημα το οποίο προέκυψε από τις τρεις εκτιμήσεις («ξετίμωσες» κατά το έγγραφο) των ανεξάρτητων εμπειρικών εκτιμητών. Ενώ, λοιπόν, η συμφωνία μεταξύ του παπά Αντώνη και του Βασίλη Κονταντώνη ήταν 21 ριάλια, ο μέσος όρος των τριών εκτιμήσεων καθόριζε την τιμή πώλησης του χωραφιού σε ποσοστό περίπου 80% ανώτερο από την αναφερθείσα συμφωνία, δηλαδή σε 37 ριάλια, 3 λίρες (κάθε ριάλι είχε 10 λίρες) και 7 σολδιά (κάθε λίρα είχε 20 σολδιά). Κάθε εκτίμηση γινόταν, κατά πάγια τακτική, από ένα ζεύγος εκτιμητών. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, το πρώτο ζεύγος αποτελούσαν ο Γιακουμής Χόρτης και ο Θεοφίλης Βερύκιος ( ο δεύτερος πιθανότατα από το χωριό Κωμηλιό), οι οποίοι όρισαν την αξία του πωληθέντος κτήματος στα 38 ριάλια. Το δεύτερο ζεύγος, που αποτελούσαν ο Ιωάννης Μπράιλας και ο Νικολός Αυλωνίτης, την όρισε στα 40 ριάλια. Τέλος, το τρίτο ζεύγος, ο Παναγιώτης Χόρτης και ο Γιώργος Βλαντής , έδωσαν χαμηλότερη αξία, δηλαδή 34 ριάλια. Οι τρεις αυτές εκτιμήσεις έδωσαν μέσο όρο αξίας του χωραφιού, πριν αυτό γίνει αμπέλι, 37 ριάλια 3 λίρες και 7 σολδιά, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Ο παπά Αντώνης που έχει ήδη λάβει 21 ριάλια δικαιούται να λάβει ακόμα 16 ριάλια, 3 λίρες και 7 σολδιά, τα οποία ο Κονταντώνης καταβάλλει σε χρυσό νόμισμα δίνοντας στον πωλητή 4 τζεκίνια ( η αξία του τζεκινιού ανερχόταν σε 50 λίρες, δηλαδή σε 5 ριάλια), ποσό ανώτερο του οφειλομένου κατα 3 ριάλια και 7 λίρες. Το επιπλέον αυτό ποσό το χαρίζει στον παπά Αντώνη «δια πλέον ευχαρίστησίν του», σύμφωνα με τη σχετική φράση του εγγράφου. Η ενέργεια αυτή του αγοραστή υποδηλώνει ότι ο Κονταντώνης ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένος από την αγορά του και υποθέτω ότι αυτό οφειλόταν στην απόδοση του κτήματος που είχε ήδη φυτευτεί αμπέλι. Διαφορετικά, σε μια εποχή που το χρήμα δεν ήταν άφθονο, τέτοιο δώρο θα ήταν δύσκολο να γίνει.

Επανερχόμενοι στη δυσχερή οικονομική θέση στην οποία βάσιμα υποθέσαμε ότι θα βρισκόταν ο παπά Αντώνης, όταν αναγκάστηκε να πουλήσει το χωράφι του σε πολύ χαμηλή, όπως αποδείχτηκε, τιμή, και στο νόμο ο οποίος παρείχε προστασία σε όποιον, υπό την πίεση της ανάγκης, αναγκαζόταν να εκποιεί περιουσιακά του αγαθά, πρέπει να προσθέσουμε ένα άλλο στοιχείο το οποίο δεν επιτρέπει καμιά αμφισβήτηση των συμπερασμάτων στα οποία έχουμε καταλήξει. Πρόκειται για το νοταριακό έγγραφο με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 1741, το οποίο αναφέρεται στην πώληση του χωραφιού από τον παπά Αντώνη στον Αναστάση Κονταντώνη. Σ’ αυτό αναφέρεται ότι το κτήμα παραχωρείται «από σήμερον και εις τους αιώνας...εις καθάρια και ελεύθερη πούλησιν», ότι ο παπά Αντώνης «ρεφουδάρει από το μπενεφίτσιο της δεύτερης και τρίτης ξετίμωσης», δηλαδή παραιτείται από το ευεργέτημα των εκτιμήσεων που προέβλεπε ο νόμος, ότι μένει ξένος και αλλότριος στο κτήμα αυτός και οι κληρονόμοι του και ότι εγγυάται με όλη του την περιουσία και με την προσωπική του ελευθερία τα δικαιώματα του αγοραστή και των κληρονόμων του επί του πωληθέντος. Το συμβόλαιο είναι εύγλωττο αφενός για τη θέση στην οποία είχε βρεθεί ο παπά Αντώνης υπογράφοντας τέτοιο πωλητήριο και απεμπολώντας τα δικαιώματα που του παρείχε ο νόμος και αφετέρου για την ισχύ του νόμου. Παρά δηλαδή την κατηγορηματικότητα των δηλώσεων του πωλητή και την ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων του αγοραστή ο νόμος εφαρμόζεται, έστω και αργά. Ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι το πωλητήριο συμβόλαιο συντάχθηκε , ώστε να μην επιβαρυνθεί ο πωλητής με τα έξοδα της αποζημίωσης των εκτιμητών, δεν παύει αυτό να αποτελεί ένα ισχυρότατο και αδιαμφισβήτητο τεκμήριο.
Στο δεύτερο έγγραφο, με ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1752, συμβαλλόμενοι είναι ο Νικολός Ζακυνθινός και τα τρία παιδιά του αφενός και ο Βασίλης Κονταντώνης αφετέρου. Ο Ζακυνθινός είχε ένα χωράφι, 1,5 τεταρτιού (περίπου 1500 τ.μ.), προικιό της γυναίκας του Ασήμως, στο οροπέδιο της Φτελιάς, το οποίο βρίσκεται στα όρια του οικισμού των Χορτάτων και το πωλεί με αντίτιμο 25 ριάλια, 1 λίρα και 10 σολδιά στον Κονταντώνη, με συμφωνία να γίνουν άμεσα οι προβλεπόμενες από το νόμο τρεις εκτιμήσεις. Πράγματι, αυτές γίνονται και δίνουν τα εξής αποτελέσματα: Η πρώτη, με εκτιμητές τον Θεοτόκη Βουκελάτο και τον Αντριά Κονταντώνη ορίζει την αξία του χωραφιού στα 25 ριάλια, η δεύτερη με εκτιμητές τον Γιάννη Μπράιλα και τον Γιώργο Χόρτη ανεβάζει την αξία στα 30 ριάλια και η τρίτη, με εκτιμητές τον Ιωάννη Χόρτη και τον Μάρκο Φαλιέρη, εκτιμά την αξία του κτήματος στα 27 ριάλια. Κατά συνέπεια, η αξία του χωραφιού ανέρχεται σε 27 ριάλια, 3 λίρες και 7 σολδιά και η απόκλιση από το ποσό της συμφωνίας μεταξύ πωλητή και αγοραστή είναι πολύ μικρή. Τούτο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ζακυνθινός δεν πωλεί το κτήμα του κάτω από την πίεση έκτακτης και επείγουσας ανάγκης αλλά για άλλο λόγο. Ο πιθανότερος είναι η απόσταση του πωλουμένου από τον τόπο κατοικίας του πωλητή. Πράγματι, η τοποθεσία Φτελιά απέχει από τους Πηγαδησάνους, χωριό του Ζακυνθινού άνω των 10 χιλιομέτρων και επομένως η καλλιέργεια του κτήματος ήταν δύσκολη για τον ιδιοκτήτη. Η πώλησή του, επομένως, και η πιθανή επένδυση του τιμήματος από αυτήν σε αγορά άλλου κτήματος, πλησιέστερου στην κατοικία του θα ήταν η καλύτερη λύση γι’ αυτόν. Από την άλλη πλευρά ο αγοραστής Βασίλης Κονταντώνης φαίνεται ότι ανήκε στους εύπορους κατοίκους του οικισμού, αφού, εντός 7 ημερών, θα διαθέσει περίπου 47 ριάλια, για να αυξήσει την κτηματική του περιουσία.

Τα χρήματα αυτά υποθέτουμε βάσιμα ότι προέρχονταν από τη διάθεση στην αγορά των περισσευμάτων της παραγωγής του αγοραστή και ιδιαίτερα του κρασιού, το οποίο εξαγόταν από το νησί ή διετίθετο λιανικώς στα καταστήματα της Αμαξικής. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Προβλεπτή θαλάσσης, Francesco Grimani του 1760, από το νησί εξάγονταν ετησίως 3000 βαρέλες κρασιού αλλά η εξαγωγή, βάσει της εκτάσεως της αμπελοκαλλιέργειας την εποχή αυτήν, θα ήταν μεγαλύτερη, καθώς στα επίσημα έγγραφα δεν μπορεί να υπολογισθεί η λαθραία εξαγωγή (contrabando) που ευκολότατα μπορούσε να γίνει προς τα οθωμανικά εδάφη της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, στα οποία η σχετική καλλιέργεια ήταν ανύπαρκτη. Επίσης στα φορολογικά αντικείμενα της εποχής καταγράφεται ακόμα φόρος λιανικής πώλησης του κρασιού. Υπενθυμίζουμε ότι ο Κονταντώνης είχε φυτέψει αμπέλι το χωράφι στα Παληάμπελα, που είχε αγοράσει το 1741, και υποθέτουμε βάσιμα ότι, έχοντας καλύψει τις οικογενειακές του ανάγκες σε σιτηρά, προχώρησε στην εξαιρετικά επικερδή αμπελοκαλλιέργεια, για να διαθέσει το προϊόν στην αγορά, καθώς μια βαρέλα κρασιού στα 1760, σύμφωνα με σχετικό πίνακα προσαρτημένο στην έκθεση Grimani, είχε τιμή 24 λίρες, ποσό πολύ ανώτερο από την αξία του παραγόμενου σιταριού, σε ίδιας έκτασης κτήμα.
Από τα δύο έγγραφα μπορεί να εξαχθεί και μία δημογραφικής φύσεως πληροφορία για το χωριό μας κατά τον 18ο αιώνα. Πρόκειται για την πληροφορία ότι σ’ αυτό κατοικούσαν, εκτός από τις γνωστές σήμερα οικογένειες, και δύο ακόμη , η οικογένεια Κονταντώνη και η οικογένεια Σαμπάτη. Τις οικογένειες αυτές συναντάμε μέχρι τουλάχιστον το 1879, καθώς στο Δημοτολόγιο του τότε Δήμου Απολλωνίων είναι καταγεγραμμένοι ο Κωταντώνιος (όπως είναι γραμμένο το επώνυμο) Αθανάσιος του Βασιλείου, προφανώς απόγονος του Βασιλείου του εγγράφου μας και ο Ζαμπάτης Ευστάθιος του ιερέως Γεωργίου. Η οικογένεια Σαμπάτη ή Ζαμπάτη φαίνεται ότι κατοικούσε στο συνοικισμό Τζεφράτα, καθώς από έγγραφο της 15ης Φεβρουαρίου του 1741 οι Αναστάσης και Στάθης Σαμπάτης του ποτέ Γεωργίου, ( ο Στάθης είναι προφανώς πρόγονος του νεότερου Ευσταθίου) φαίνεται ότι μοιράζουν την περιουσία τους, στην οποία συγκαταλέγεται και σπίτι στα Τζεφράτα. Οι οικογένειες αυτές, άγνωστο για ποιο λόγο ( μετανάστευση, διακοπή αρρενογονίας;) δεν υπάρχουν σήμερα στο χωριό.

Τα έγγραφα όμως είναι χρήσιμα και για τη μελέτη της γλώσσας ή ακριβέστερα του γλωσσικού ιδιώματος του νησιού. Πρόκειται για τη λαϊκή γλώσσα της εποχής, η οποία έχει ενσωματώσει λειτουργικά πολλές ιταλικές λέξεις και η ανάμειξη αυτή δίνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του γλωσσικού ιδιώματος που μιλιόταν στο νησί, κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας. Ωστόσο, στα έγγραφα συναντάμε και λόγιες εκφράσεις, οι οποίες όμως σχετίζονται με την επαγγελματική γλώσσα των νοταρίων και είναι προφανές ότι δεν χρησιμοποιούνται στην καθημερινή επικοινωνία των ανθρώπων. Πρόκειται για στερεότυπες εκφράσεις, επαναλαμβανόμενες, κατά περίπτωση, στα έγγραφα, όπως π.χ. ενεφανίσθησαν ενώπιον εμού νοταρίου..., τα άνω γεγραμμένα, του ρηθέντος, των ειρημένων, κείμενα κ.λπ. Ορισμένες από τις λέξεις της καθημερινής επικοινωνίας είναι οι εξής: ανταμός αλλά και (σπανιότερα) αντάμα, καταπώς, συνορίζει, του νησού, πλερωμή και πλερωμένος στράτα, ξετίμωση και ξετίμωσες (δεν χρησιμοποιείται η λόγια κατάληξη ξετιμώσεις, κατά το εκτιμήσεις, καθώς η λέξη είναι λαϊκή), πούληση και καθάρια πούληση, πουλητής, χεροδοτά (χρήματα) προικιό, της γυναικός (επιβίωση της αρχαίας κατάληξης στη λαϊκή γλώσσα), απερασμένος, κάτου μέρος, παραμπρός (επιπλέον) κ.λπ. Πληθώρα ιταλικών λέξεων είναι ενταγμένες στην ομιλουμένη και δίνουν σ’ αυτήν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Οι λέξεις αυτές εντάσσονται στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής, δηλαδή κλίνονται σαν να ήταν ελληνικές και συνεπώς η ένταξή τους είναι, όπως είπαμε, λειτουργική. Για παράδειγμα η λέξη danno (ζημία) κλίνεται ως ουδέτερο ουσιαστικό και στο έγγραφο συναντάται στην ονομαστική του πληθυντικού, δηλαδή ντάνα (ζημίες). Το ρήμα difendere ( υπερασπίζω, υπερασπίζομαι) γίνεται διαφεντεύω και κλίνεται κανονικά, όπως και το obligare (υποχρεώνω), που το συναντάμε στον τύπο της μετοχής (ομπλιγάροντας). Άλλες από τις πολλές ιταλικές λέξεις είναι ποσέσο (possesso), δηλαδή νομή, μεγιοραμέντο (miglioramento), δηλαδή βελτίωση, ιντζίρκα (incirca), δηλαδή περίπου, μπονιφικάρω (bonificare) , δηλαδή πιστώνω, μπενεφίτσιο (beneficio), δηλαδή ευεργέτημα, ρεφουδάρω (refudar ή rifutare), δηλαδή απορρίπτω, παραιτούμαι, αγραβάρω και αγραβάρομαι (agravare),δηλαδή επιβαρύνω, επιβαρύνομαι, κομούνα στράτα (commune), δηλαδή δημόσιος δρόμος και ακόμα περ λεβάντε, δηλαδή ανατολικά, περ μαϊστρο, δηλαδή προς το μαίστρο (ΒΔ), περ γρέο, δηλαδή βόρεια κ.λπ.

Από τα έγγραφα προκύπτει ακόμα ότι το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων του χωριού αλλά και της υπαίθρου γενικότερα είναι εξαιρετικά χαμηλό. Ακόμα και ο νοτάριος, ο κατά τεκμήριο από τους πλέον μορφωμένους ανθρώπους της περιοχής, γνωρίζει ανεπαρκώς την ελληνική γλώσσα. Τα κείμενα είναι γεμάτα από σοβαρά ορθογραφικά σφάλματα, όπως: στο παλεω (με περισπωμένη), ενόποιον, σοματικός, η οποίη, σεμπτεμβρίου, ης τας πράξης μου, χοράφη, ίνε, ομογνώμος και ομογνόμος (αντί ομογνωμόνως), καθός, σοστή, φένετε, υρινικό, ότη, τον ανο ηριμενον (γενική πληθυντικού), ανθρόπη πρακτηκί κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις η γραφή είναι φωνητική όπως π.χ. τονγκερόν και τονγγερόν (τον καιρόν), τονγκλιρονόμον του (των κληρονόμων του), τογκυρ (τον κυρ) και ακόμα Σανμπάτης, Μαρανγγός αντί Σαμπάτης, Μαραγγός κ.ά. Δεν είναι ασυνήθιστες και συντάξεις αδόκιμες, όπως επηδί να ήχε ή θέλουν ότη το παρόν να έχη κ.ά. Σε ότι αφορά τους απλούς ανθρώπους πολλοί είναι εντελώς αναλφάβητοι και στα έγγραφα υπογράφουν άλλοι για λογαριασμό τους. Αλλά και όσοι υποτίθεται ότι γνωρίζουν να γράφουν, με δυσκολία και εξαιρετική αδεξιότητα καταφέρνουν να χαράξουν και όχι να γράψουν το όνομά τους. Για παράδειγμα, ο παπά Αντώνης Χόρτης υπογράφει ως εξής: αντονηος ηερες χορτης βεβεόνο τανοθεν, ενώ ο Παναγιώτης Χόρτης ως παναγιότις χορτις ξετιμοτις βεβεόνο και δια τογγολέα μου μινι ξεροντας αυτός (κολέας είναι ο σύντροφος, ο συνεργάτης). Ο Ιωάννης Μπράιλας υπογράφει ως υόνης μπράυλας κ.λπ. Η κατάσταση εξηγείται, αν λάβουμε υπόψη μας ότι δημόσια εκπαίδευση την εποχή αυτήν δεν υπήρχε ούτε στην πρωτεύουσα του νησιού, στην οποία δημόσιο σχολείο θα ιδρυθεί μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρέπει επομένως να φαντασθούμε ότι η διδασκαλία γραφής και ανάγνωσης στην ύπαιθρο παρεχόταν, στις περισσότερες από τις περιπτώσεις, από ανθρώπους φιλότιμους και με ζήλο αλλά όχι με στέρεα γνώση και ικανότητα διδασκαλίας.



Τελετουργία Οργώματος, Κύλικα, 6ος Αι. Π. Χ., Βρετανικό Μουσείο

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε!
Σας καλωσορίζουμε στην ανανεωμένη ιστοσελίδα μας!
Η ιστοσελίδα μας επανασχεδιάστηκε και ανανεώθηκε, είναι πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο επικεντρωμένη στο να σας προσφέρει τις πληροφορίες που χρειάζεστε άμεσα και γρήγορα.
Για καλύτερη εμπειρία χρήσης αναβαθμίστε την εφαρμογή περιήγησης (Browser) που χρησιμοποιείτε
Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!