Το Διαμιλιάνι και τα Χορτάτα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (1479-1684)

Του ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΧΟΡΤΗ
Η οικιστική ενότητα του Διαμιλιανίου στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο οικισμός Χορτάτων (οι άλλοι οικισμοί, πλην των Αγίων Θεοδώρων ήταν: Άγιος Βασίλειος, Μανάση, και Νικολή, καθώς ο οικισμός Ρουπακιά εμφανίζεται για πρώτη φορά στα 1641 και αναφέρεται ξεχωριστά)
ήταν σε ακμή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις μεγάλες οικιστικές μονάδες του νησιού. Κατά την άποψή μου, η περιοχή του Διαμιλιανίου ήταν κατοικημένη χωρίς διακοπή από τα πολύ παλιά χρόνια, καθώς εκπλήρωνε δύο βασικές προϋποθέσεις γι’ αυτό: αφενός είχε άφθονα νερά και αφετέρου βρισκόταν σε ικανή σχετικά απόσταση από τη θάλασσα, ώστε να μην είναι ευπρόσβλητη από τους κάθε είδους ληστές που έπλεαν στην περιοχή και λεηλατούσαν τους παραθαλάσσιους οικισμούς, ιδίως σε εποχές συγκρούσεων και αστάθειας.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα οθωμανικά κατάστιχα που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα και καλύπτουν την περίοδο από το 1520 μέχρι το 1651-52, δηλαδή περίπου 30 χρόνια πριν από την ενετική κατάκτηση του νησιού, το Διαμιλιάνι, σε σύγκριση με τους άλλους οικισμούς της Λευκάδας, ήταν μια ακμαία δημογραφικά αλλά όχι τόσο δυναμική παραγωγικά οικιστική μονάδα. Συγκεκριμένα, στα 1520 ως προς τη δημογραφική (πληθυσμιακή) κατάσταση βρίσκεται στην 8η θέση, μεταξύ 33 καταγεγραμμένων οικισμών, με 80 νοικοκυριά και 2 χήρες, μετά από το Φτερνό (163 νοικοκυριά και 4 χήρες), τους Σφακιώτες (137 και 3 χήρες), την Καρυά (123 και 9 χήρες), τον Αλέξανδρο (98 και 3 χήρες), τη Βαυκερή (88 και 7 χήρες) και την Εγκλουβή (84 και 1 χήρα) . Ως προς την παραγωγή, η οποία τεκμαίρεται από τις φορολογικές προσόδους που καταβάλλονταν στον κατακτητή, βρίσκεται μόλις στη 10η θέση σε απόλυτους αριθμούς και σε ακόμα χαμηλότερη, αν υπολογίσουμε το μέσο όρο φορολογικής επιβάρυνσης ανά νοικοκυριό . Οικισμοί δηλαδή με λιγότερα νοικοκυριά από το Διαμιλιάνι καταβάλλουν περισσότερους φόρους ανά νοικοκυριό, δηλωτικό μεγαλύτερης παραγωγής. Έτσι, ενώ η μέση φορολογική επιβάρυνση κάθε νοικοκυριού στο Διαμιλιάνι ανερχόταν σε 97 περίπου ακτσέδες (άσπρα), η αντίστοιχη π.χ. του Αγίου Πέτρου ανερχόταν σε περίπου 195, της Κατούνας Γκιώνη Μπούα σε περίπου 225, ενώ - στον αντίποδα - της Εγκλουβής περίπου σε 59. Στους υπολογισμούς δεν λαμβάνω υπόψη τους άγαμους και τις χήρες, που μειώνουν κατά τι τους μέσους όρους. Σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, κατά την ίδια περίοδο, μπορούμε να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα με τρόπο έμμεσο, δηλαδή με την εκμετάλλευση μεταγενέστερων στοιχείων. Έτσι, σύμφωνα με απογραφή του 1824 στην οποία παρατίθενται συγκεκριμένα ποσοτικά στοιχεία, από το σύνολο των 575 ατόμων που κατοικούν στο Διαμιλιάνι τα 164 από αυτά, δηλαδή ποσοστό 31%, κατοικούν στον οικισμό Χορτάτων, μη συμπεριλαμβανομένων των Αγίων Θεοδώρων. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι σε οικισμούς που κατοικούνται σταθερά και διαρκώς, η κινητικότητα του πληθυσμού, δηλαδή η μετοίκησή του από τον ένα οικισμό της ευρύτερης οικιστικής μονάδας στον άλλο, είναι αμελητέα, δεδομένου ότι τα κτήματα των κατοίκων βρίσκονται κοντά στον τόπο κατοικίας τους και είναι ευχερής έτσι η προσπέλασή τους, καταλήγω στο εύλογο συμπέρασμα ότι η κατανομή των κατοίκων στους επιμέρους οικισμούς του Διαμιλιανίου πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνη του 1824. Συνεπώς, αν αυτό ισχύει, τα νοικοκυριά των Χορτάτων πρέπει να ήταν 80 χ (επί) 31% = περίπου 25. Το επόμενο ζήτημα το οποίο θα μας απασχολήσει είναι ο αριθμός των ατόμων που κατοικούσαν τόσο στο Διαμιλιάνι όσο και στα Χορτάτα. Επομένως πρέπει να εκτιμήσουμε τον αριθμό των ατόμων τα οποία περιελάμβανε κάθε νοικοκυριό. Όπως έχουμε γράψει στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας αυτής, στα 1760 το μέσο μέγεθος κάθε νοικοκυριού περιελάμβανε 4,4 άτομα . Από μελέτη της Ε. Αντωνιάδου – Μπιμπίκου που αφορά την ύστερη βυζαντινή περίοδο (14ο αιώνα), δηλαδή 150 χρόνια πριν από την απογραφή στην οποία αναφερόμαστε, προκύπτει ότι το μέγεθος μιας βυζαντινής οικογένειας κυμαινόταν μεταξύ 3,2 και 4,5 ατόμων κατά μέσο όρο . Αν, λοιπόν, θεωρήσουμε ότι στα 1520 κάθε νοικοκυριό έχει συντελεστή 4 ή κατ’ ανώτατο όριο 4,5, τότε ο συνολικός αριθμός των κατοίκων του Διαμιλιανίου που ήταν 82 νοικοκυριά (προφανώς οι δύο χήρες που καταγράφονται ήταν αρχηγοί νοικοκυριών) πολλαπλασιαζόμενα επί 4 ή επί 4,5 μας δίνουν αριθμό κατοίκων από 336 μέχρι 377 κατ’ ανώτατο όριο. Στο σύνολο έχουμε προσθέσει και τους 8 άγαμους που καταγράφονται στο κατάστιχο. Θεωρώντας, ειδικότερα, ότι στον οικισμό των Χορτάτων κατοικούσε το 31% του συνολικού πληθυσμού του Διαμιλιανίου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το εικαζόμενο σύνολο των κατοίκων του χωριού μας ήταν τότε περίπου από 104 μέχρι 117 άτομα. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τους Αγίους Θεοδώρους, ήταν μερικές δεκάδες περισσότερα.
Σχετικά με την ονοματολογία των κατοίκων του Διαμιλιανίου, οθωμανικό κατάστιχο του 1641-42 που περιλαμβάνει τους υπόχρεους σε καταβολή του κεφαλικού φόρου αναφέρει τα ακόλουθα οικογενειακά ονόματα (επώνυμα), που διατηρούνται μέχρι σήμερα: Χόρτης, Μεσσήνης, Αυλωνίτης, Αχείμαστος, Βλαντής, Βουκελάτος ( επώνυμα που υπάρχουν στα Χορτάτα) και ακόμα: Ψαράς, Ρούσος; , Καλομοίρης; (Kalameri στο κατάστιχο), Μαλακάσης, Μανασής (επίθετο πιθανότατα σχετιζόμενο με τον οικισμό Μανάση), Αυγέρος. Πολλοί από τους περιλαμβανόμενους στο κατάστιχο (οι 21 από τους 45) καταγράφονται μόνο με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους, σύμφωνα με τη συνήθεια των Οθωμανών. Επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να υπήρχαν και άλλα επώνυμα ανάμεσα σ’ αυτούς.
Σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές δραστηριότητες των κατοίκων, η κύρια ήταν, όπως και στην περίοδο της Βενετοκρατίας που ακολουθεί, η καλλιέργεια των σιτηρών, στην οποία, κατά κύριο λόγο, στηριζόταν η κάλυψη των διατροφικών αναγκών των κατοίκων. Αυτό συμβαίνει, βέβαια, σε όλες τις οικονομίες στις οποίες οι άνθρωποι επιδιώκουν την αυτάρκεια. Ωστόσο, οι καλλιεργητές υπέκειντο στο βαρύ φόρο της δεκάτης, η οποία ανερχόταν όχι στο 10% αλλά στα 2/15 της παραγωγής, δηλαδή περίπου σε 13% των παραγόμενων προϊόντων . Άλλη παραγωγική δραστηριότητα ήταν η καλλιέργεια των αμπελιών η οποία υπέκειτο επίσης στην καταβολή της δεκάτης. Στον οικισμό των Χορτάτων δεν συναντάμε όμως καλλιέργεια της ελιάς, η οποία στην περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν απαντάται ούτε στις περιοχές της Δυτικής Λευκάδας που έχουν χαμηλότερο υψόμετρο. Όπως φαίνεται, στις περιοχές αυτές η σχετική καλλιέργεια αρχίζει να αναπτύσσεται στην περίοδο της Βενετοκρατίας, ίσως και στα τέλη της Τουρκοκρατίας. Μια άλλη δραστηριότητα που προσιδιάζει σε ορεινές περιοχές ήταν η κτηνοτροφία, κυρίως των αιγοπροβάτων. Είναι περίεργο ότι η εκτροφή χοίρων ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Για κάθε κεφάλι ζώου ο φόρος ήταν, σύμφωνα με βενετικές πηγές, 2 άσπρα (ακτσέδες - φωτο). Όπως μας πληροφορεί ο Mehmet Genç, αναφερόμενος, βέβαια, στη βραχύβια επανακατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους το 1715, σε ολόκληρο το Διαμιλιάνι υπήρχαν μόνο 12 χοίροι, δηλαδή αναλογικά στα Χορτάτα περίπου 4 . μπορούμε ακόμα να φανταστούμε ότι οι κάτοικοι του χωριού μας καλλιεργούσαν, λόγω της αφθονίας των υδάτων, και κήπους για παραγωγή οπωροκηπευτικών. Οι κάτοικοι όμως του χωριού, όπως και όλης της Λευκάδας, πλήρωναν και μια σειρά άλλων φόρων που καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολες τις συνθήκες διαβίωσής τους. Οι φόροι αυτοί ήταν: ο κεφαλικός φόρος ανά νοικοκυριό, η σπέντσα (ispençe), έγγειος φόρος (φόρος για κατοχή γης), που ανερχόταν σε 25 άσπρα για τους έγγαμους, 21 για τους άγαμους και 6 για τις χήρες, αερικό, δηλαδή φόρος για τον εκπρόσωπο του καδή, για τους δραγάτες, για γάμους, για εγκλήματα, φόρο για το πυροβολικό κ.λπ . Το φορολογικό αυτό καθεστώς εικονογραφεί μια εξαιρετικά δυσμενή πραγματικότητα για τον πληθυσμό γενικά του νησιού και του χωριού μας ειδικότερα.

ΛΕΞΙΚΟ
1. Οθωμανικές πηγές για τη νεώτερη ιστορία της Λευκάδας, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2013, σ. 76-77.
2. όπ.π., σ. 76-77
3. Σεβαστή Λάζαρη, Δημογραφικές πληροφορίες για τη Λευκάδα, στα Πρακτικά του Δ΄ Συνεδρίου
Επτανησιακού πολιτισμού , της Ε. Λ. Μ., Αθήνα 1996, σελ. 224.
4. Ε. Αντωνιάδου – Μπιμπίκου, Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα, ένας προσωρινός απολογισμός, στο
συλλογικό τόμο Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών, Μέλισσα, σ. 212.
5. Άγγελος Χόρτης, Συμβολή στην οικονομική ιστορία της Λευκάδας, Αθήνα, 2012, σ. 90.
6. Άσπρο (akce): ασημένιο οθωμανικό νόμισμα βάρους 1,2 γρ και καθαρότητας 900/1000.
7. Mehmet Genç, Η Λευκάδα στις αρχές του 18ου
αιώνα, στα Πρακτικά του Δ΄ Συνεδρίου Επτανησιακού πολιτισμού , της Ε. Λ. Μ., Αθήνα 1996, σελ. 68.
8. Οθωμανικές πηγές για τη νεώτερη ιστορία της Λευκάδας, όπ.π., σ. 65 και Άγγελος Χόρτης, όπ.π., σ.
90. Για όλα τα σχετικά ζητήματα και ΣπύροςΑσδραχάς, Μηχανισμός της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία, Θεμέλιο, Αθήνα 1978.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε!
Σας καλωσορίζουμε στην ανανεωμένη ιστοσελίδα μας!
Η ιστοσελίδα μας επανασχεδιάστηκε και ανανεώθηκε, είναι πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο επικεντρωμένη στο να σας προσφέρει τις πληροφορίες που χρειάζεστε άμεσα και γρήγορα.
Για καλύτερη εμπειρία χρήσης αναβαθμίστε την εφαρμογή περιήγησης (Browser) που χρησιμοποιείτε
Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!