Γεωργικά των Χορτάτων

Του ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΧΟΡΤΗ
Τα Χορτάτα, μετά τον πόλεμο, όπως και όλες οι ορεινές αγροτικές κοινότητες του νησιού μας, ήταν μια κοινωνία αυτό κατανάλωσης. Καθημερινός σύντροφος των κατοίκων ήταν η φτώχεια, η στέρηση και η ακραία λιτότητα, καθώς κατανάλωναν και ζούσαν, σχεδόν αποκλειστικά, μόνο με όσα παρήγαν, έχοντας ελάχιστη επαφή με την αγορά, από την οποία προμηθεύονταν μόνο τα απολύτως απαραίτητα για τη διαβίωση και τις δραστηριότητές τους. Και αυτό ήταν απολύτως φυσικό, αφού οι πηγές άντλησης χρημάτων ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και προέρχονταν, στο μέγιστο ποσοστό τους, από τη διάθεση των πλεονασμάτων της παραγωγής τους. Οι παλαιότερο θυμόμαστε τους συγχωριανούς μας της εποχής εκείνης με τα ροζιασμένα χέρια και τα ηλιοκαμένα πρόσωπα, στα οποία μπορούσε κανείς να διακρίνει τα ίχνη από τον κάματο, τους αέρηδες και τις βροχές, που έδιναν την αίσθηση ότι ήταν σκληρά σαν την πέτρα και με βαθιές ρυτίδες να τα αυλακώνουν από τον καθημερινό τους αγώνα και τις έγνοιες. Αλλά κι ο χρόνος, αδυσώπητος, έβαζε κι αυτός τη σφραγίδα του σε όλα όσα «σμίλευαν» τη μορφή και την ψυχή τους και την όπλιζαν με αντοχή, υπομονή και δύναμη, ώστε να φέρουν εις πέρας ό,τι θεωρούσαν καθήκον τους, δηλαδή να «βγάλουν» τη φαμελιά τους, με άλλα λόγια να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και να τους εξασφαλίσουν , όσο ήταν δυνατόν, τις καλύτερες προϋποθέσεις, για να συνεχίσουν τον αέναο κύκλο της ζωής. Ήταν οι «πιονιέροι», οι πρωτοπόροι μιας καλύτερης ζωής, αν και οι ίδιοι δεν την απολάμβαναν, την οραματίζονταν, ωστόσο, για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Με λίγα λόγια, οι κάτοικοι του χωριού μας και όλης, βέβαια, της ορεινής Λευκάδας, ζούσαν με τον ίδιο σχεδόν τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι πατεράδες, οι παππούδες και προπάπποι τους, επαναλαμβάνοντας κάθε χρόνο, στην αέναη διαδοχή των εποχών, τις ίδιες εργασίες σε κάθε μία, με τον ίδιο τρόπο, καθώς η μηχανοκαλλιέργεια, που άλλαξε τα δεδομένα στον τομέα των καλλιεργειών και μείωνε το μόχθο των γεωργών, δεν είχε ακόμα επεκταθεί στην περιοχή μας.

Τον παραγωγικό ιστό του χωριού μας συνέθεταν κατά πρώτο και κύριο λόγο οι καλλιέργειες των δημητριακών (κυρίως του σιταριού) και των αμπελιών, και ακολουθούσε η καλλιέργεια των οσπρίων, κυρίως της φακής, και, κατά τους θερινούς μήνες, η καλλιέργεια των λαχανικών σε αρδευόμενες περιοχές. Μια ακόμα καλλιέργεια, σε βαθμιαία όμως παρακμή, ήταν η καλλιέργεια του λιναριού, που κατά τη δεκαετία του 1960 είχε εξαφανισθεί. Ελιές στην περιοχή του χωριού μας υπήρχαν τότε ελάχιστες, αν και αρκετοί διέθεταν λιοστάσια σε άλλα χωριά με χαμηλότερο υψόμετρο, όπου οι κλιματολογικές συνθήκες ευνοούσαν την καλλιέργειά τους. Τον παραγωγικό «χάρτη» του χωριού συμπλήρωνε η κτηνοτροφία, νομαδική και οικόσιτη. Σε ό, τι αφορά τη νομαδική, ορισμένοι μόνο είχαν κοπάδια αιγοπροβάτων, αλλά το σύνολο των νοικοκυριών εξέτρεφε οικόσιτα ζώα (πρόβατα και κατσίκες και λίγοι μόνο χοίρους). Τέλος, όλα τα νοικοκυριά διέθεταν όρνιθες, από τις οποίες εξασφάλιζαν αυγά και το μεγαλύτερο μέρος του λίγου κρέατος που κατανάλωναν.

Όπως συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες οι οποίες στηρίζονται στην αυτοκατανάλωση, το κύριο προϊόν που οι κάτοικοι του χωριού μας καλλιεργούσαν ήταν το σιτάρι, καθώς η κύρια φροντίδα τους εστιαζόταν στην εξασφάλιση του ψωμιού της οικογένειας, που ήταν το βασικό διατροφικό της προϊόν. Για το λόγο αυτόν και όσοι δεν διέθεταν αρκετά κτήματα που θα τους εξασφάλιζαν «το ψωμί της χρονιάς», χρησιμοποιούσαν την εργατική δύναμη της οικογένειας μέσα στο νησί ή, συνήθως, έξω από αυτό, στην Αιτωλοακαρνανία ή στην Πελοπόννησο, κυρίως ως αγροτικοί εργάτες, προκειμένου να το εξασφαλίσουν. Μετά από το σιτάρι, το πιο σημαντικό διατροφικό προϊόν ήταν τα όσπρια, κυρίως οι φακές και τα κουκιά, αλλά και τα ρεβίθια και τα μπιζέλια. Το πόσο σημαντικά ήταν τα όσπρια μπορεί να εκτιμηθεί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα περισσότερα γεύματα της εβδομάδας αποτελούνταν από αυτά. Αλλά στο ανταλλακτικό, σε μεγάλο βαθμό, λόγω ελλείψεως χρημάτων, εμπόριο της εποχής τα όσπρια ήταν για τους κατοίκους των Χορτάτων το κύριο προϊόν ανταλλαγής. Έτσι, οι συγχωριανοί μας προμηθεύονταν ψάρια ή εποχιακά φρούτα από κατοίκους γειτονικών χωριών ή και υφάσματα από πλανόδιους πραματευτάδες, κυρίως για να ράψουν ρούχα για τα παιδιά, δίνοντας ως αντάλλαγμα συνήθως κουκιά ή φακές κ.λπ. Στο ανταλλακτικό εμπόριο χρησιμοποιούσαν επίσης τα αυγά ή το τυρί για αγορά σπίρτων, φωτιστικού πετρελαίου για τις λάμπες φωτισμού ή και άλλων ειδών που χρησιμοποιούσαν οι μανάδες μας, όπως βαφές, κλωστές, βελόνια κ.ά.

(εικόνα: Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Η θεά της γεωργίας Δήμητρα)
Η καλλιέργεια των λαχανικών το καλοκαίρι, στα αρδευόμενα από την πηγή της «Παναγιάς» κτήματα ήταν επίσης μια σημαντική καλλιέργεια, καθώς με τα προϊόντα από αυτήν καλυπτόταν μεγάλο μέρος των διατροφικών αναγκών των κατοίκων κατά τη θερινή περίοδο, ενώ μέρος της παραγωγής (πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδα) αποθηκευόταν για κατανάλωση και κατά τους χειμερινούς μήνες. Η διατροφή των ανθρώπων συμπληρωνόταν από τα γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, τυρί) που παρήγαν οι ίδιοι, τα αυγά και το κρέας των πουλερικών τα οποία εξέτρεφαν και, επίσης, τα άγρια χόρτα, που αποτελούσαν συνήθως τη βάση του βραδινού τους φαγητού. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε, για να έχουμε πληρέστερη εικόνα της εποχής εκείνης, ότι κάθε σπίτι αποτελούσε, περισσότερο ή λιγότερο, ένα, κατά κάποιο τρόπο, εργαστήριο κοπτικής- ραπτικής και κατασκευής ειδών οικιακής χρήσης. Γιατί οι μανάδες μας, αυτοδίδακτες ράφτρες , κατασκεύαζαν με φθηνά υλικά που προμηθεύονταν από το εμπόριο τα φορέματα των κοριτσιών, τα παντελόνια και τα πουκάμισα των αγοριών, ενώ τις νύχτες , μετά το πέρας της επίπονης καθημερινής εργασίας έπλεκαν τα μάλλινα πουλόβερ μικρών και μεγάλων, τους «ζιλέδες», όπως τους λέγαμε, τις φανέλες των ανδρών της οικογένειας κ.λπ., ξέροντας ότι την επομένη θα ξυπνούσαν από τα χαράματα, για μια σειρά εργασίες που δεν είχαν τελειωμό. Ηρωίδες, που κανένα βιβλίο δεν καταγράφει τις θυσίες τους, οι οποίες μόνο στο βιβλίο της καρδιάς και της ψυχής μας είναι φυλαγμένες σαν πολύτιμο κειμήλιο και αιώνιο μνημόσυνό τους. Εκτός από τη ραπτική οι μανάδες μας, επιδέξιες υφάντρες, ακολουθώντας μια πανάρχαια παράδοση, κατασκεύαζαν στον αργαλειό κλινοσκεπάσματα υψηλής αισθητικής, με συνδυασμό χρωμάτων και σχηματικών παραστάσεων που παραπέμπουν στην τέχνη της γεωμετρικής εποχής. Ορισμένα μάλιστα από αυτά, που κατασκευάζονταν με βελόνες και απαιτούσαν εργασία μηνών, αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα της λαϊκής τέχνης και γνήσια έκφραση της λαϊκής ψυχής, όπως αυτή διαμορφώθηκε έχοντας αφομοιώσει τις καλλιτεχνικές αξίες του μέτρου και της ισορροπίας στη χρήση των χρωμάτων και των σχημάτων ενός λαμπρού πανάρχαιου πολιτισμού.

Έργα ακόμα οικοτεχνίας ήταν η κατασκευή στρωμάτων και προσκεφάλων που γεμίζονταν με μαλλί, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις, αν έλειπε το μαλλί, με φύλλα καλαμποκιού (ροκόφυλλα), όπως και η κατασκευή σεντονιών, τραπεζομάντηλων , πετσετών, λινών ή βαμβακερών, απλών ή κεντημένων. Η κατασκευή μάλιστα των λινών ήταν ένα μοναδικό παράδειγμα κάθετης παραγωγής, αφού οι συγχωριανοί μας έσπερναν το λινάρι, το τοποθετούσαν στα λινοβρόχια (λάκκους με νερό), μετά την συλλογή του, για να μαλακώσει, το «μαγγάνιζαν», δηλαδή το συνέθλιβαν με ένα ξύλινο εργαλείο, τον μάγγανο, ώστε να ξεχωρίσουν οι ίνες του, το λανάριζαν με τα λανάρια (αλωνάρια, κατά παραφθορά, στην ντοπιολαλιά του χωριού) το έγνεθαν για να γίνει νήμα και το ύφαιναν στον αργαλειό. Πρέπει ακόμα στα είδη οικοτεχνίας να αναφέρω τις «πάντες», παραλληλόγραμμα υφάσματα, με κεντημένες τυποποιημένες παραστάσεις ή νεκρές φύσεις(συνήθως ανθοδοχεία με λουλούδια) που κάλυπταν τους τοίχους του σπιτιού. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο του αγροτικού νοικοκυριού ήταν οι τάκοι, κομμάτια από χοντρούς κορμούς δέντρων, που τους χρησιμοποιούσαμε ως καθίσματα γύρω από το τζάκι και γύρω από το χαμηλό τραπεζάκι του χώρου του τζακιού που ήταν η κουζίνα.


Από τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί, εικονογραφείται σε αδρές γραμμές μια κοινωνία αυτοκατανάλωσης, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Ωστόσο, η κοινωνία αυτή των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, αλλά βέβαια και των χρόνων πριν από τον πόλεμο δεν ήταν εντελώς αποκομμένη από την αγορά και το χρήμα. Ορισμένα προϊόντα έπρεπε να τα προμηθευτούν από αυτήν, καταβάλλοντας το αντίτιμό τους σε χρήμα. Αυτά ήταν κυρίως λιπάσματα, εργαλεία για τις αγροτικές εργασίες, κάποια ρούχα, εκτός από όσα έπλεκαν με το μαλλί των προβάτων, και παπούτσια. Δύο ήταν, κυρίως, τα προϊόντα του χωριού μας που εξασφάλιζαν στους κατοίκους του την απαραίτητη ρευστότητα για την πρόσβασή τους στη αγορά: η φακή και τα σταφύλια. Η καλλιέργεια της φακής γινόταν στα μικρά οροπέδια των Σταυρωτών πάνω από το χωριό και σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων. Τα οροπέδια αυτά (Τραχωλαρές, Φτελιά, Μακρύκαμπος, Βάτοι κ. ά.), όπως και το μεγαλύτερο από όλα, ο κάμπος της Εγκλουβής, που ανήκει στην περιφέρεια του ομώνυμου χωριού με ιδιοκτησίες των κατοίκων του, παρήγαν και παράγουν φακή βραστερή (κάλοψη, όπως τη λέμε στο χωριό) και μοναδικής νοστιμιάς, στοιχεία τα οποία οφείλονται στη σύσταση του εδάφους και στις άριστες για την καλλιέργεια κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Η φακή αυτή βρισκόταν και βρίσκεται και σήμερα στην κορυφή της προτίμησης των καταναλωτών, πουλιόταν σε υψηλές τιμές και πολλές φορές, ιδιαίτερα αν η παραγωγή ήταν περιορισμένη, υπολειπόταν της ζήτησης, η οποία ήταν σταθερά μεγάλη. Ωστόσο, η καλλιέργεια του προϊόντος ήταν εξαιρετικά επίπονη . Γιατί, εκτός από το όργωμα και τη σπορά, στη διαδικασία της παραγωγής μεσολαβούσε και ένα άλλο στάδιο, σκληρής εργασίας που δεν αφορούσε τα άλλα όσπρια (ρεβίθια, μπιζέλια που το ύψος των φυτών τους ήταν μεγαλύτερο). Πρόκειται για το «βοτάνισμα», δηλαδή την εκρίζωση των ζιζανίων που, αν αφήνονταν, θα «έπνιγαν» τα φυτά της φακής, δηλαδή θα τα σκέπαζαν, θα τους αφαιρούσαν τα συστατικά του εδάφους και θα μείωναν καταλυτικά την παραγωγή. Έτσι, το Μάη, συνήθως, μπορούσε να δει κανείς στα σπαρμένα με φακή χωράφια από το πρωί μέχρι το βράδυ, κάτω από τον καυτό ήλιο γυναίκες κυρίως αλλά και παιδιά ακόμα να βοτανίζουν σκυμμένοι, προσδοκώντας σε ανταμοιβή των κόπων τους μια καλή παραγωγή που θα κάλυπτε πολλαπλές ανάγκες της οικογένειας, όπως κάθε μια τις ιεραρχούσε.


Πινάκιο φακής απ' τις Τραχωλαρές

Το δεύτερο προϊόν που οι συγχωριανοί μας διέθεταν στην αγορά ήταν τα σταφύλια. Η ποικιλία «βαρτζαμί» που καλλιεργούσαν, με το βαθύ κόκκινο χρώμα του παραγόμενου κρασιού, έκανε πριν από τον πόλεμο, αλλά και κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το προϊόν αυτό περιζήτητο, κυρίως στη γαλλική αγορά, επειδή οι Γάλλοι το χρησιμοποιούσαν για να αποκτούν τα δικά του κρασιά ζωηρό κόκκινο χρώμα, αναμειγνύοντάς τα με αυτό. Μπορούσε λοιπόν να δει κανείς από τα χαμηλότερα μέρη του χωριού μέχρι τις υπώρειες του βουνού να εκτείνονται αμπέλια με το βαθυπράσινο χρώμα των φύλλων τους από την Άνοιξη μέχρι τις αρχές του Φθινοπώρου, να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές και να φτάνουν ως τα ψηλά οροπέδια, σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων. Και την Άνοιξη τους άντρες του χωριού να τα σκάβουν, για να βγάλουν τα ζιζάνια και να ξελακκώσουν τις ρίζες και ακόμα να τα κλαδεύουν, για να καρποφορήσουν, και τις γυναίκες να τα « δένουν», δηλαδή να τα κορφολογούν, για να δυναμώσει ο καρπός. Ήταν εργασίες σκληρές και χωρίς ανάπαυση που όμως θέρμαιναν την προσδοκία για μια καλή σοδειά που θα έδινε ανάσα στα οικονομικά προβλήματα και θα συντελούσε στην ευόδωση των σχεδίων των νοικοκύρηδων. Ο κύκλος των εργασιών του αμπελιού ολοκληρωνόταν με τον τρύγο που στο χωριό μας γινόταν κατά τον μήνα Οκτώβριο και δεν ήταν τόσο εύκολος, αφού σε πολλά από τα αμπέλια που ήταν φυτεμένε σε πετρώδεις πλαγιές και σε ψηλά οροπέδια η πρόσβαση ήταν πολύ κουραστική μέσα από στενούς ανηφορικούς αγροτικούς δρόμους που δυσκόλευαν τη μεταφορά των σταφυλιών.
Τα δύο αυτά προϊόντα που αναφέραμε ήταν η κύρια πηγή άντλησης χρημάτων για τους κατοίκους του χωριού μας, με τα οποία, πέρα από την κάλυψη τρεχουσών αναγκών τους, σπούδασαν παιδιά, πάντρεψαν κορίτσια, έχτισαν σπίτια, μεγάλωσαν αγροτικές περιουσίες. Άλλες πηγές προσπορισμού χρημάτων, που κάλυπταν και όσους δεν διέθεταν σημαντική κτηματική περιουσία, ήταν ακόμα η διάθεση στην αγορά αμνοεριφίων την περίοδο του Πάσχα, καθώς και η προσφορά εργασίας από τους ειδικούς τεχνίτες, χτίστες και μαραγκούς.
Αυτή σε γενικές γραμμές ήταν η κοινωνία του χωριού μας στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Όταν τόσο εγώ όσο και οι συνομήλικοί μου, πιστεύω , επιστρέφουμε νοερά στο παρελθόν και «μπαίνουμε» στα φτωχά αγροτικά σπιτάκια μας, στα σπίτια που θρέψαμε τα όνειρα της νιότης μας, νιώθουμε το φως και τη μουσική αυτής της νιότης να πλημμυρίζει το είναι μας και για μια στιγμή, όσο διαρκεί το ονειροπόλημα, γινόμαστε παιδιά και τρέχουμε στα χωράφια με το σιτάρι και τη φακή, στα αμπέλια και στους κήπους, με τους γονείς, τα αδέρφια τους παππούληδες και τις βαβάδες μας και, όταν το θαύμα τελειώσει, σκεφτόμαστε γιατί ποτέ δεν μας είχε περάσει από το νου πόσο ακριβά και πολύτιμα ήταν εκείνα τα χρόνια…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε!
Σας καλωσορίζουμε στην ανανεωμένη ιστοσελίδα μας!
Η ιστοσελίδα μας επανασχεδιάστηκε και ανανεώθηκε, είναι πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο επικεντρωμένη στο να σας προσφέρει τις πληροφορίες που χρειάζεστε άμεσα και γρήγορα.
Για καλύτερη εμπειρία χρήσης αναβαθμίστε την εφαρμογή περιήγησης (Browser) που χρησιμοποιείτε
Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!