Του ΣΠΥΡΟΥ Κ. ΧΟΡΤΗ
Μια φορά κι έναν καιρό, που λες Βίτο, όπως έλεγαν οι παππούδες τα κρύα βράδια του χειμώνα, όταν άρχιζαν τα παραμύθια εκεί στη γωνιά, συδαυλίζοντας τα κάρβουνα με τ’ αποκλάδι… Λέω για τα χρόνια που πήγαιναν στο μύλο το σιτάρι κι υφαίνανε στον αργαλειό. Για τον καιρό που ανταμωνόμαστε ανάμεσα στη σπορά
και τον τρύγο κι απ’ την ελιά στο θέρο, μ’ ένα παλιό σακκάκι του πατέρα για παλτό και την αγκαλιά της μάνας φυλαχτό. Τότε που στ’ αλώνια και την πλατφόρμα γινόταν πανηγύρι για μας κι αγώνας για τους πατεράδες και παππούδες. Τότε που κουβαλούσαν με τα σεντόνια τ’ άχερα για τον μπλοκό. Τότε που κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια στάρι, φακές, ρεβίθια, πατάτες, σταφύλια … Τότε που περίμεναν οι χωριανοί μας τη σειρά απ’ το νεριάρη, για να ποτίσουν τους κήπους. Τότε που τρέχαμε να στήσουμε τενέλια μ’ έναν αγκαθό με λάδι στο χέρι. Τον καιρό που το χωριό μας έσφυζε από νεολαία γεμάτη όνειρα παραμυθένια … Κι όπως στα παραμύθια, Βίτο, όλοι ζήσανε καλά στο τέλος κι εμείς καλύτερα, αλλά αυτές τις θύμησες κανένα παραμύθι δεν μπορεί να τις αποδώσει ούτε ο χρόνος να τις σβήσει. Γιατί όλα ήταν η ψυχή του χωριού που μας έδενε μαζί του.
Εικόνα
του Σπύρου Κ. Χόρτη
Χθες ακόμα
ξεκρέμαγα δαμάσκηνα
από το δέντρο της χωμάτινης αυλής
που το μεγάλωναν
τα ξένοιαστα γέλια και τα παιχνίδια.
Χθες
πενήντα τόσα χρόνια
γεμάτα μνήμες, γεμάτα θύμησες.
Σήμερα
η τσιμεντένια αυλή
χωρίς δέντρο, χωρίς γέλια, χωρίς παιχνίδια
και το χτες αφανίστηκε, ερήμωσε.
Τώρα
παίζει μόνος του ο ήλιος
κι ο αγέρας κυνηγάει τα πουλιά.
Μεγάλη έκπληξη δοκίμασα, όταν διάβασα στίχους του συγγενή και φίλου Σπύρου Κ. Χόρτη. Γιατί ποτέ δεν είχα ακούσει ότι ήταν θεράπων των Μουσών και μάλιστα με επιτυχία. Ο Σπύρος αντλεί από το θησαυροφυλάκιο της μνήμης εικόνες και πρόσωπα του παρελθόντος, εμπειρίες προσωπικές του ή συλλογικές που χρωματίζοντάς τες με τη νοσταλγία, τη συγκίνηση και την ευαισθησία του τις μεταστοιχειώνει σε ποίηση γεμάτη λυρισμό. Ιδιαίτερα οι μνήμες από την παιδική του (και την παιδική μας) ηλικία ζωντανεύουν για όλους μας έναν χαμένο παράδεισο, όσο κι αν οι συνθήκες, ή μήπως γι’ αυτό;, ήταν δύσκολες.
Άγγελος Γ. Χόρτης
Μια φορά κι έναν καιρό, που λες Βίτο, όπως έλεγαν οι παππούδες τα κρύα βράδια του χειμώνα, όταν άρχιζαν τα παραμύθια εκεί στη γωνιά, συδαυλίζοντας τα κάρβουνα με τ’ αποκλάδι… Λέω για τα χρόνια που πήγαιναν στο μύλο το σιτάρι κι υφαίνανε στον αργαλειό. Για τον καιρό που ανταμωνόμαστε ανάμεσα στη σπορά
και τον τρύγο κι απ’ την ελιά στο θέρο, μ’ ένα παλιό σακκάκι του πατέρα για παλτό και την αγκαλιά της μάνας φυλαχτό. Τότε που στ’ αλώνια και την πλατφόρμα γινόταν πανηγύρι για μας κι αγώνας για τους πατεράδες και παππούδες. Τότε που κουβαλούσαν με τα σεντόνια τ’ άχερα για τον μπλοκό. Τότε που κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια στάρι, φακές, ρεβίθια, πατάτες, σταφύλια … Τότε που περίμεναν οι χωριανοί μας τη σειρά απ’ το νεριάρη, για να ποτίσουν τους κήπους. Τότε που τρέχαμε να στήσουμε τενέλια μ’ έναν αγκαθό με λάδι στο χέρι. Τον καιρό που το χωριό μας έσφυζε από νεολαία γεμάτη όνειρα παραμυθένια … Κι όπως στα παραμύθια, Βίτο, όλοι ζήσανε καλά στο τέλος κι εμείς καλύτερα, αλλά αυτές τις θύμησες κανένα παραμύθι δεν μπορεί να τις αποδώσει ούτε ο χρόνος να τις σβήσει. Γιατί όλα ήταν η ψυχή του χωριού που μας έδενε μαζί του.
Εικόνα
του Σπύρου Κ. Χόρτη
Χθες ακόμα
ξεκρέμαγα δαμάσκηνα
από το δέντρο της χωμάτινης αυλής
που το μεγάλωναν
τα ξένοιαστα γέλια και τα παιχνίδια.
Χθες
πενήντα τόσα χρόνια
γεμάτα μνήμες, γεμάτα θύμησες.
Σήμερα
η τσιμεντένια αυλή
χωρίς δέντρο, χωρίς γέλια, χωρίς παιχνίδια
και το χτες αφανίστηκε, ερήμωσε.
Τώρα
παίζει μόνος του ο ήλιος
κι ο αγέρας κυνηγάει τα πουλιά.
Μεγάλη έκπληξη δοκίμασα, όταν διάβασα στίχους του συγγενή και φίλου Σπύρου Κ. Χόρτη. Γιατί ποτέ δεν είχα ακούσει ότι ήταν θεράπων των Μουσών και μάλιστα με επιτυχία. Ο Σπύρος αντλεί από το θησαυροφυλάκιο της μνήμης εικόνες και πρόσωπα του παρελθόντος, εμπειρίες προσωπικές του ή συλλογικές που χρωματίζοντάς τες με τη νοσταλγία, τη συγκίνηση και την ευαισθησία του τις μεταστοιχειώνει σε ποίηση γεμάτη λυρισμό. Ιδιαίτερα οι μνήμες από την παιδική του (και την παιδική μας) ηλικία ζωντανεύουν για όλους μας έναν χαμένο παράδεισο, όσο κι αν οι συνθήκες, ή μήπως γι’ αυτό;, ήταν δύσκολες.
Άγγελος Γ. Χόρτης
Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Το πρώτο πρωί του κόσμου.


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου