Του ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΧΟΡΤΗ
Στα ακραία σημεία του οικισμένου χώρου του χωριού μας υψώνονται οι εκκλησίες μας, βιγλάτορες και φύλακες των κατοίκων του, καταφυγή και παραμυθία στις θλίψεις και τις δοκιμασίες του βίου. Στα ανατολικά η Αγία Αικατερίνη εποπτεύει από ψηλά και αγκαλιάζει, θαρρείς, από τη μια στην άλλη άκρη τα σπίτια και τους ανθρώπους.
Στα βορειοδυτικά, μερικές εκατοντάδες μέτρα από τα τελευταία σπίτια, η Παναγία, προστάτιδα του κόσμου και του χωριού, ξεπροβάλλει μέσα από ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, πάνω από την ομώνυμη πηγή, ανάμεσα σε συστάδες δέντρων, όπου φτερουγίσματα και κελαηδισμοί πουλιών ραγίζουν τη σιωπή της εξοχής και δίνουν ένα ιδιαίτερο παραδείσιο χρώμα στο τοπίο, φέρνοντάς μας στο νου το «πάντα εν σοφία εποίησας».
Στα δυτικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο κυρίως ναός της ενορίας του χωριού, είναι συνδεδεμένος στη μνήμη μας με τις ιερές ακολουθίες των Κυριακών και των μεγάλων χριστιανικών εορτών που, κατά κανόνα, εκεί τελούνταν. Στα νότια οι δύο μικρές εκκλησίες των Ταξιαρχών και των Αγίων Θεοδώρων κλείνουν ένα νοητό κύκλο που περιβάλλει το χωριό σα να το προστατεύει από ορατούς και αόρατους εχθρούς. Η πρώτη, χτισμένη σε ένα βραχώδες και γεμάτο θάμνους έδαφος, με μόνο δέντρο μια αγριοχαρουπιά (κουτσουπιά) έκθετη στους ανέμους, δίνει την αίσθηση ενός καταφύγιου ψυχών στο ερημικό τοπίο. Η δεύτερη, νεοανεγερμένη μικρή εκκλησία στα ερείπια παλαιάς, κοντά σε πηγή με τεράστια βαθύσκια πλατάνια, όπου τη σιωπή και τη γαλήνη του χώρου εμψυχώνουν οι κελαηδισμοί των αηδονιών, υποβάλλει στους περαστικούς ψυχική ηρεμία και ανάταση.
Στο κέντρο ακριβώς του χωριού ο Άγιος Μηνάς, νεοανεγερμένο εκκλησάκι, στα ερείπια παλαιότερου και μεγαλύτερου ναού, που είχε καταστραφεί από τη μανία του Εγκέλαδου, εκπέμπει και αυτό το μήνυμα της θείας παρουσίας και πρόνοιας. Δύο, ακόμα, ερειπωμένες στο πέρασμα του χρόνου παμπάλαιες εκκλησίες, ο Άγιος Νικόλαος στα ανατολικά , κοντά στην Αγία Αικατερίνη, και οι Άγιοι Πέντε νότια, κοντά στην εκκλησία των Ταξιαρχών, συμπληρώνουν τον αριθμό των ιερών καθιδρυμάτων του οικισμού και αποτελούν μνημεία της ευσέβειας των κατοίκων του. Η επιλογή της θέσης για την ανέγερση των εκκλησιών πιστεύω ότι δεν είναι τυχαία. Όπως στην αρχαία Ελλάδα τα μεθοριακά ιερά οριοθετούσαν το έδαφος της πόλης-κράτους, νομιμοποιούσαν την κυριαρχία της και εθεωρούντο προστάτες των κατοίκων της, έτσι και τώρα οι ιεροί ναοί του χωριού μας ανεγέρθηκαν στα όρια ή γύρω από τον οικισμένο χώρο για να παρέχουν στους κατοίκους τη θεία προστασία.
Εντυπωσιακή είναι και η αναλογία για το κέντρο του οικισμού, όπου και στις αρχαίες πόλεις χτίζονταν ναοί για να προστατεύουν τους κατοίκους του άστεως, όπως π.χ. στην Αθήνα ο Παρθενώνας, ναός της Αθηνάς και ο ναός του Ηφαίστου στο Θησείο. Ανεξάρτητα από τις αναλογίες αυτές, τυχαίες ή μη, οι κάτοικοι του χωριού «βίωναν» τη θεία προστασία, όταν στις δυσκολίες της ζωής προσέφευγαν και αναζητούσαν την εξ ύψους προστασία και παρηγοριά στη Θεοτόκο και στους Αγίους, που τους έβλεπαν αρωγούς και συμπαραστάτες και ασφαλή λιμάνια στις τρικυμίες και τους κλυδωνισμούς του βίου. Οι αναστρεφόμενοι με τα ιερά κείμενα και την υμνολογία της εκκλησίας μας θα χαρακτήριζαν όχι μόνο τη Θεοτόκο αλλά και όλους τους Αγίους «τείχος απροσμάχητον και ιερόν καταφύγιον». Οι απλοϊκοί όμως άνθρωποι «ζούσαν» καθημερινά τη θεία παρουσία και συμπαράσταση. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τα μικρά καθημερινά θαύματα της γαλήνης, της ηρεμίας και της ψυχικής ανάτασης που βίωναν και βιώνουν όσοι προστρέχουν σ’ αυτούς και ζητούν τη βοήθειά τους; Αλλά και τα θαύματα που ο καθένας από μας κρατά μυστικά βαθιά κρυμμένα στην καρδιά του, όταν σε δύσκολες στιγμές, απελπισμένοι, προσφύγαμε σ αυτούς ως τελευταίο καταφύγιο και πιστεύουμε και ξέρουμε, χωρίς να το ομολογούμε, ότι εισάκουσαν τις παρακλήσεις μας; Και, τέλος, γεγονότα ανεξήγητα, που έχουν εγγραφεί στη συλλογική μνήμη και έχουν διασωθεί στην προφορική παράδοση.
Ένα τέτοιο γεγονός, όχι πολύ παλιό, διηγιόταν ο παππούς μου και οι συνομήλικοί του, οι οποίοι γνώριζαν τον πρωταγωνιστή του και επομένως είναι αυθεντικό, αφού δεν αλλοιώθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Κάποτε, λοιπόν, μια επιδημική ασθένεια είχε πλήξει τους κατοίκους γειτονικού χωριού. Οι κάτοικοι του δικού μας χωριού, φοβούμενοι μήπως οι γείτονές τους επιχειρήσουν να πλύνουν τα ρούχα των ασθενών στην πηγή της Παναγιάς όρισαν εκ περιτροπής φύλακες σ αυτήν. Μια νύχτα, ωστόσο, ο επιτετραμμένος για τη φύλαξη αποκοιμήθηκε από τον κάματο της ημέρας και δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν. Ξαφνικά, στον ύπνο του τού παρουσιάστηκε ένα όραμα. Μια γυναίκα λαμπροφορεμένη και ακτινοβολούσα τον πλησίασε και του μίλησε. Στο πρόσωπό της αναγνώρισε την πολιούχο του χωριού Αγία Αικατερίνη, με τη μορφή που παρουσιάζεται στην εκκλησιαστική εικονογραφία. Θαμπωμένος από το θείο όραμα, άκουσε την υπερκόσμια μορφή να του λέει: Ήρθες να φυλάξεις την πηγή, αλλά κοιμήθηκες. Όμως μη φοβάσαι, εγώ αγρυπνώ και προστατεύω το χωριό από εκεί ψηλά. Αυτό που έπρεπε να προλάβεις έγινε. Για να το πιστέψεις τρέξε στην...(και ονόμασε μια συγκεκριμένη τοποθεσία) και θα δεις αυτούς που έπλυναν τα ρούχα να φεύγουν με τα ζώα τους φορτωμένα. Ό,τι όμως και αν έγινε το χωριό θα είναι ασφαλές. Ταραγμένος και συγκλονισμένος εκείνος σηκώθηκε, έτρεξε εκεί που του είχε υποδειχθεί και επιβεβαίωσε το γεγονός. Όμως, το χωριό παρέμεινε απρόσβλητο. Η προστάτιδά του, με τη θαυμαστή της παρέμβαση, το είχε σώσει.
Στα ακραία σημεία του οικισμένου χώρου του χωριού μας υψώνονται οι εκκλησίες μας, βιγλάτορες και φύλακες των κατοίκων του, καταφυγή και παραμυθία στις θλίψεις και τις δοκιμασίες του βίου. Στα ανατολικά η Αγία Αικατερίνη εποπτεύει από ψηλά και αγκαλιάζει, θαρρείς, από τη μια στην άλλη άκρη τα σπίτια και τους ανθρώπους.
Στα βορειοδυτικά, μερικές εκατοντάδες μέτρα από τα τελευταία σπίτια, η Παναγία, προστάτιδα του κόσμου και του χωριού, ξεπροβάλλει μέσα από ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, πάνω από την ομώνυμη πηγή, ανάμεσα σε συστάδες δέντρων, όπου φτερουγίσματα και κελαηδισμοί πουλιών ραγίζουν τη σιωπή της εξοχής και δίνουν ένα ιδιαίτερο παραδείσιο χρώμα στο τοπίο, φέρνοντάς μας στο νου το «πάντα εν σοφία εποίησας».
Στα δυτικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο κυρίως ναός της ενορίας του χωριού, είναι συνδεδεμένος στη μνήμη μας με τις ιερές ακολουθίες των Κυριακών και των μεγάλων χριστιανικών εορτών που, κατά κανόνα, εκεί τελούνταν. Στα νότια οι δύο μικρές εκκλησίες των Ταξιαρχών και των Αγίων Θεοδώρων κλείνουν ένα νοητό κύκλο που περιβάλλει το χωριό σα να το προστατεύει από ορατούς και αόρατους εχθρούς. Η πρώτη, χτισμένη σε ένα βραχώδες και γεμάτο θάμνους έδαφος, με μόνο δέντρο μια αγριοχαρουπιά (κουτσουπιά) έκθετη στους ανέμους, δίνει την αίσθηση ενός καταφύγιου ψυχών στο ερημικό τοπίο. Η δεύτερη, νεοανεγερμένη μικρή εκκλησία στα ερείπια παλαιάς, κοντά σε πηγή με τεράστια βαθύσκια πλατάνια, όπου τη σιωπή και τη γαλήνη του χώρου εμψυχώνουν οι κελαηδισμοί των αηδονιών, υποβάλλει στους περαστικούς ψυχική ηρεμία και ανάταση.
Στο κέντρο ακριβώς του χωριού ο Άγιος Μηνάς, νεοανεγερμένο εκκλησάκι, στα ερείπια παλαιότερου και μεγαλύτερου ναού, που είχε καταστραφεί από τη μανία του Εγκέλαδου, εκπέμπει και αυτό το μήνυμα της θείας παρουσίας και πρόνοιας. Δύο, ακόμα, ερειπωμένες στο πέρασμα του χρόνου παμπάλαιες εκκλησίες, ο Άγιος Νικόλαος στα ανατολικά , κοντά στην Αγία Αικατερίνη, και οι Άγιοι Πέντε νότια, κοντά στην εκκλησία των Ταξιαρχών, συμπληρώνουν τον αριθμό των ιερών καθιδρυμάτων του οικισμού και αποτελούν μνημεία της ευσέβειας των κατοίκων του. Η επιλογή της θέσης για την ανέγερση των εκκλησιών πιστεύω ότι δεν είναι τυχαία. Όπως στην αρχαία Ελλάδα τα μεθοριακά ιερά οριοθετούσαν το έδαφος της πόλης-κράτους, νομιμοποιούσαν την κυριαρχία της και εθεωρούντο προστάτες των κατοίκων της, έτσι και τώρα οι ιεροί ναοί του χωριού μας ανεγέρθηκαν στα όρια ή γύρω από τον οικισμένο χώρο για να παρέχουν στους κατοίκους τη θεία προστασία.
Εντυπωσιακή είναι και η αναλογία για το κέντρο του οικισμού, όπου και στις αρχαίες πόλεις χτίζονταν ναοί για να προστατεύουν τους κατοίκους του άστεως, όπως π.χ. στην Αθήνα ο Παρθενώνας, ναός της Αθηνάς και ο ναός του Ηφαίστου στο Θησείο. Ανεξάρτητα από τις αναλογίες αυτές, τυχαίες ή μη, οι κάτοικοι του χωριού «βίωναν» τη θεία προστασία, όταν στις δυσκολίες της ζωής προσέφευγαν και αναζητούσαν την εξ ύψους προστασία και παρηγοριά στη Θεοτόκο και στους Αγίους, που τους έβλεπαν αρωγούς και συμπαραστάτες και ασφαλή λιμάνια στις τρικυμίες και τους κλυδωνισμούς του βίου. Οι αναστρεφόμενοι με τα ιερά κείμενα και την υμνολογία της εκκλησίας μας θα χαρακτήριζαν όχι μόνο τη Θεοτόκο αλλά και όλους τους Αγίους «τείχος απροσμάχητον και ιερόν καταφύγιον». Οι απλοϊκοί όμως άνθρωποι «ζούσαν» καθημερινά τη θεία παρουσία και συμπαράσταση. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τα μικρά καθημερινά θαύματα της γαλήνης, της ηρεμίας και της ψυχικής ανάτασης που βίωναν και βιώνουν όσοι προστρέχουν σ’ αυτούς και ζητούν τη βοήθειά τους; Αλλά και τα θαύματα που ο καθένας από μας κρατά μυστικά βαθιά κρυμμένα στην καρδιά του, όταν σε δύσκολες στιγμές, απελπισμένοι, προσφύγαμε σ αυτούς ως τελευταίο καταφύγιο και πιστεύουμε και ξέρουμε, χωρίς να το ομολογούμε, ότι εισάκουσαν τις παρακλήσεις μας; Και, τέλος, γεγονότα ανεξήγητα, που έχουν εγγραφεί στη συλλογική μνήμη και έχουν διασωθεί στην προφορική παράδοση.
Ένα τέτοιο γεγονός, όχι πολύ παλιό, διηγιόταν ο παππούς μου και οι συνομήλικοί του, οι οποίοι γνώριζαν τον πρωταγωνιστή του και επομένως είναι αυθεντικό, αφού δεν αλλοιώθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Κάποτε, λοιπόν, μια επιδημική ασθένεια είχε πλήξει τους κατοίκους γειτονικού χωριού. Οι κάτοικοι του δικού μας χωριού, φοβούμενοι μήπως οι γείτονές τους επιχειρήσουν να πλύνουν τα ρούχα των ασθενών στην πηγή της Παναγιάς όρισαν εκ περιτροπής φύλακες σ αυτήν. Μια νύχτα, ωστόσο, ο επιτετραμμένος για τη φύλαξη αποκοιμήθηκε από τον κάματο της ημέρας και δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν. Ξαφνικά, στον ύπνο του τού παρουσιάστηκε ένα όραμα. Μια γυναίκα λαμπροφορεμένη και ακτινοβολούσα τον πλησίασε και του μίλησε. Στο πρόσωπό της αναγνώρισε την πολιούχο του χωριού Αγία Αικατερίνη, με τη μορφή που παρουσιάζεται στην εκκλησιαστική εικονογραφία. Θαμπωμένος από το θείο όραμα, άκουσε την υπερκόσμια μορφή να του λέει: Ήρθες να φυλάξεις την πηγή, αλλά κοιμήθηκες. Όμως μη φοβάσαι, εγώ αγρυπνώ και προστατεύω το χωριό από εκεί ψηλά. Αυτό που έπρεπε να προλάβεις έγινε. Για να το πιστέψεις τρέξε στην...(και ονόμασε μια συγκεκριμένη τοποθεσία) και θα δεις αυτούς που έπλυναν τα ρούχα να φεύγουν με τα ζώα τους φορτωμένα. Ό,τι όμως και αν έγινε το χωριό θα είναι ασφαλές. Ταραγμένος και συγκλονισμένος εκείνος σηκώθηκε, έτρεξε εκεί που του είχε υποδειχθεί και επιβεβαίωσε το γεγονός. Όμως, το χωριό παρέμεινε απρόσβλητο. Η προστάτιδά του, με τη θαυμαστή της παρέμβαση, το είχε σώσει.
1: Το καμπαναριό τ’ς Αη Κατερίνης, που «ανάγυρτος ανθός είναι η καμπάνα»
(Αγγ. Σικελιανός, απ’ τον Πρόλογο του «Πλήθωνα»)
2: Η κόγχη του ιερού από τον ερειπωμένο ναό του Αη Νικόλα, όπου
«ανυπόταχτο σκαρφαλωμένο γίδι στα ύψη μασά των αιώνων τα φύλλα» (Οδ. Ελύτης, Τα Ετεροθαλή)
3: Ο επί δεκαετίες εφημέριος του χωριού Παπαγιώργης Χόρτης
Δύο από τους μακροβιότερους εκκλησιαστικούς επιτρόπους:
4: Ο μπάρμπα Γεράσιμος ο Αυλωνίτης
5: Ο μπάρμπα Σπύρος ο Μεσσήνης
Ως εκκλησιαστικοί επίτροποι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους επί σειρά ετών και οι ακόλουθοι:
ο μπάρμπα Μήτσος ο Τζεφριός, ο μπάρμπα Πάνος ο Βλαντής, ο μπάρμπα Θοδωρής ο Βουκελάτος (Ζνάκος), ο μπάρμπα Γιώργος ο Χόρτης (Μίκιος), ο Αντώνης ο Βουκελάτος και ο Γιάννης ο Τζεφριός. Βασικός ψάλτης για πολλά χρόνια ήταν ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Μεσσήνης.
(Αγγ. Σικελιανός, απ’ τον Πρόλογο του «Πλήθωνα»)
2: Η κόγχη του ιερού από τον ερειπωμένο ναό του Αη Νικόλα, όπου
«ανυπόταχτο σκαρφαλωμένο γίδι στα ύψη μασά των αιώνων τα φύλλα» (Οδ. Ελύτης, Τα Ετεροθαλή)
3: Ο επί δεκαετίες εφημέριος του χωριού Παπαγιώργης Χόρτης
Δύο από τους μακροβιότερους εκκλησιαστικούς επιτρόπους:
4: Ο μπάρμπα Γεράσιμος ο Αυλωνίτης
5: Ο μπάρμπα Σπύρος ο Μεσσήνης
Ως εκκλησιαστικοί επίτροποι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους επί σειρά ετών και οι ακόλουθοι:
ο μπάρμπα Μήτσος ο Τζεφριός, ο μπάρμπα Πάνος ο Βλαντής, ο μπάρμπα Θοδωρής ο Βουκελάτος (Ζνάκος), ο μπάρμπα Γιώργος ο Χόρτης (Μίκιος), ο Αντώνης ο Βουκελάτος και ο Γιάννης ο Τζεφριός. Βασικός ψάλτης για πολλά χρόνια ήταν ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Μεσσήνης.


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου