Στις 6 Ιουλίου του 2013 έφυγε νωρίς από κοντά μας η Μαρία Μεσσήνη. Γεννημένη το Σεπτέμβριο του 1958, η Μαρία Μεσσήνη ήταν για τον κόσμο των Χορτάτων μια γελαστή και ευγενική φυσιογνωμία που λάτρευε το χωριό του συζύγου της Γιάννη Μεσσήνη. Δημότης του χωριού, αν και μόνιμη κάτοικος Θεσσαλονίκης,
όπου εργαζόταν, πέρασε όλα της τα καλοκαίρια τιμώντας τον τόπο μας και αφήνοντας πίσω της αμέτρητες αναμνήσεις. Στην επαγγελματική της ζωή ξεκίνησε την καριέρα της ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών το 1989 στην ΕΡΤ της Φλώρινας και εξασφάλισε αργότερα, χάρη στη βελούδινη και δυνατή φωνή της και τη συγκρότησή της, μια θέση στην ΕΡΤ της Θεσσαλονίκης στο τμήμα των βραχέων κυμάτων, χαρίζοντας με τις εκπομπές της μια νότα πατρίδας στους Έλληνες της διασποράς. Άφησε πίσω της πλούσιο ραδιοφωνικό υλικό και δεκάδες συνεντεύξεις καλλιτεχνών, μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε λόγω υγείας το ραδιόφωνο, την άνοιξη του 2010.
Στην προσωπική της ζωή η Μαρία Μεσσήνη υπήρξε για 35 χρόνια μια στοργική και λατρεμένη σύζυγος, μια γυναίκα που έβαζε πάνω απ’ όλα την οικογένεια της, τον άντρα της και την κόρη της. Υπήρξε υπέροχη μητέρα, όπως θα έπρεπε να είναι όλες οι μητέρες, δίνοντας όλο της το είναι. Ήταν πράος άνθρωπος και είχε το χάρισμα να γίνεται εύκολα αγαπητή σε όλους. Η ομορφιά της ψυχής της και η ήρεμη αύρα της είναι δύο μόνο από τα τόσα αξιοζήλευτα στοιχεία του χαρακτήρα της που θα μας λείψουν πολύ. Έφυγε νωρίς στα 54 της χρόνια, πριν προλάβει να ζήσει τόσα πολλά ακόμα … Θα τη θυμόμαστε πάντα γελαστή και πάντα καλοπροαίρετη να μιλάει ήρεμα με το υπέροχο ηχόχρωμα της καθαρής φωνής της, που έμενε αξέχαστη σε όποιον την άκουγε, τόσο στο μικρόφωνο, όσο και στις ιδιωτικές συζητήσεις και την προσωπική της ζωή. Η μητέρα μου ήταν η προσωποποίηση της ποιότητας. Θα είναι πάντα δίπλα μας και πάντα αγαπημένη!
Η κόρη της,
όπου εργαζόταν, πέρασε όλα της τα καλοκαίρια τιμώντας τον τόπο μας και αφήνοντας πίσω της αμέτρητες αναμνήσεις. Στην επαγγελματική της ζωή ξεκίνησε την καριέρα της ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών το 1989 στην ΕΡΤ της Φλώρινας και εξασφάλισε αργότερα, χάρη στη βελούδινη και δυνατή φωνή της και τη συγκρότησή της, μια θέση στην ΕΡΤ της Θεσσαλονίκης στο τμήμα των βραχέων κυμάτων, χαρίζοντας με τις εκπομπές της μια νότα πατρίδας στους Έλληνες της διασποράς. Άφησε πίσω της πλούσιο ραδιοφωνικό υλικό και δεκάδες συνεντεύξεις καλλιτεχνών, μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε λόγω υγείας το ραδιόφωνο, την άνοιξη του 2010.
Στην προσωπική της ζωή η Μαρία Μεσσήνη υπήρξε για 35 χρόνια μια στοργική και λατρεμένη σύζυγος, μια γυναίκα που έβαζε πάνω απ’ όλα την οικογένεια της, τον άντρα της και την κόρη της. Υπήρξε υπέροχη μητέρα, όπως θα έπρεπε να είναι όλες οι μητέρες, δίνοντας όλο της το είναι. Ήταν πράος άνθρωπος και είχε το χάρισμα να γίνεται εύκολα αγαπητή σε όλους. Η ομορφιά της ψυχής της και η ήρεμη αύρα της είναι δύο μόνο από τα τόσα αξιοζήλευτα στοιχεία του χαρακτήρα της που θα μας λείψουν πολύ. Έφυγε νωρίς στα 54 της χρόνια, πριν προλάβει να ζήσει τόσα πολλά ακόμα … Θα τη θυμόμαστε πάντα γελαστή και πάντα καλοπροαίρετη να μιλάει ήρεμα με το υπέροχο ηχόχρωμα της καθαρής φωνής της, που έμενε αξέχαστη σε όποιον την άκουγε, τόσο στο μικρόφωνο, όσο και στις ιδιωτικές συζητήσεις και την προσωπική της ζωή. Η μητέρα μου ήταν η προσωποποίηση της ποιότητας. Θα είναι πάντα δίπλα μας και πάντα αγαπημένη!Η κόρη της,
Ματίνα Μεσσήνη
Από τη Σύνταξη: Ποιος θα διερμήνευε καλύτερα τα αισθήματα για την απώλεια της Μαρίας από έναν μεγάλο ποιητή, όπως ο Ρίτσος;
Μητέρα, μητέρα
[ …] πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
πού ‘ναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;
Από τη Σύνταξη: Ποιος θα διερμήνευε καλύτερα τα αισθήματα για την απώλεια της Μαρίας από έναν μεγάλο ποιητή, όπως ο Ρίτσος;
Μητέρα, μητέρα
[ …] πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
πού ‘ναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;
(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα απ’ το «Εμβατήριο του ωκεανού»)
Ο θάνατος της μάνας, σε όποια ηλικία κι αν έρχεται, είναι οδυνηρός, γιατί τότε μόνο λένε πως κόβεται ο ομφάλιος λώρος. Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, ο δεσμός αυτός κρατάει και μετά το θάνατο. Αλλιώς δεν εξηγείται η τοποθέτηση απέναντι στη μορφή της μάνας, που είναι πάντα η ίδια: λατρευτική. Γι’ αυτό και η ποίηση, με την ικανότητά της να μεταβάλλει σε μια άκρως προσωπική εκδοχή ακόμη και τα πιο αυτονόητα πράγματα, αναγόρευσε την έννοια της μάνας σε σύμβολο. Στο παρακάτω ποίημα οι γεμάτοι ευαισθησία και πάθος αυτοσχέδιοι έμμετροι στίχοι του συγχωριανού μας Γιάννη Γ. Μεσσήνη είναι εμπνευσμένοι από τον πόνο για την απώλεια της μάνας, εκφράζοντας τη λατρεία στην ιερή μορφή της.
Παίξε αργαλειέ μου γρήγορα, τρέχα γοργή σαϊτα,
βιάσου, ρίξε το υφάδι σου, προτού με πάρει η νύχτα.
Τραβώ το χτένι αστραπή, τελειώνει το στημόνι,
γιατί φοβάμαι η δύστυχη μήπως και μείνω μόνη.
Να τελειώσω το υφαντό, να στρώσω το κρεβάτι,
μήπως και πάρω αύριο το άλλο μονοπάτι …
Τον αργαλειό μου τον καλό και το χρυσό μου χτένι
θέλω πολύ να τ’ αγαπούν και πάντα να υφαίνει.
Εφύγαν τα λιοκάματα και μ’ έχει πιάσει βράδυ,
γι αυτό παιδί μου γρήγορα άναψε το λυχνάρι.
Βάλτου λαδάκι μπόλικο κι ένα μακρύ φυτίλι,
για να κρατήσει, μάτια μου, όσο και το καντήλι.
Πατάω τα ποδαρικά, ν’ ανοίξουν τα μητάρια,
για να περάσουν γρήγορα η σαΐτα με τα υφάδια,
για να τελειώσω το υφαντό, να ράψω τα κομμάτια,
προτού παιδάκια μου εσείς μου κλείσετε τα μάτια.
Να ράψω θέλω γρήγορα, να’ναι καλοραμμένα
κι εσείς καλά παιδάκια μου να είσθε αγαπημένα
σαν τα κομμάτια που’ραψα και τα’χω κάνει ένα.
Στα δεκατρία μου με πάντρεψαν, σαν ήμουνα παιδούλα,
το πρώτο το παιδάκι μου το γέννησα κορούλα,
σαν κούκλα το καμάρωνα και το’ντυνα νυφούλα,
τόσο μικρή δεν πίστευα πως ήμουνα μανούλα.
Οχτώ παιδιά εγέννησα, μου’μειναν μόνο έξι
κι αυτά τ’ αφήνω στο Θεό, να μου τα προστατέψει …
Φτάνει παιδάκια μου εδώ τελειώνει το στημόνι,
εδώ και σας αφήνω γεια, θέλω να φύγω μόνη.
Λάδι δεν έμεινε για με, θα σβήσει το λυχνάρι
κι εγώ θα φύγω μακριά σαν το ξερό κλωνάρι.
Θέλω παιδιά μου να’ρχεστε σε τούτο το κονάκι
περνάτε κι απ’ τον τάφο μου ν’ ανάβετε κεράκι
και λίγο μοσχολίβανο, μ’αρέσει η μυρωδιά του,
να ευφρανθεί η καρδούλα μου από την ευωδιά του.
Και να σας δω και να χαρώ να ζείτε εν ειρήνη,
και το βαρύ το χώμα μου ανάλαφρο θα γίνει.
Και τον στημένο μου αργαλειό ποτέ μην τον ξεχνάτε,
να τον θυμάστε πάντοτε και να τον αγαπάτε.
Για την καταγραφή: Έκτορας Γ. Χόρτης.
Παίξε αργαλειέ μου
ποίημα για τη μάνα του Γιάννη Γ. Μεσσήνη Ο θάνατος της μάνας, σε όποια ηλικία κι αν έρχεται, είναι οδυνηρός, γιατί τότε μόνο λένε πως κόβεται ο ομφάλιος λώρος. Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, ο δεσμός αυτός κρατάει και μετά το θάνατο. Αλλιώς δεν εξηγείται η τοποθέτηση απέναντι στη μορφή της μάνας, που είναι πάντα η ίδια: λατρευτική. Γι’ αυτό και η ποίηση, με την ικανότητά της να μεταβάλλει σε μια άκρως προσωπική εκδοχή ακόμη και τα πιο αυτονόητα πράγματα, αναγόρευσε την έννοια της μάνας σε σύμβολο. Στο παρακάτω ποίημα οι γεμάτοι ευαισθησία και πάθος αυτοσχέδιοι έμμετροι στίχοι του συγχωριανού μας Γιάννη Γ. Μεσσήνη είναι εμπνευσμένοι από τον πόνο για την απώλεια της μάνας, εκφράζοντας τη λατρεία στην ιερή μορφή της.
Παίξε αργαλειέ μου γρήγορα, τρέχα γοργή σαϊτα,
βιάσου, ρίξε το υφάδι σου, προτού με πάρει η νύχτα.
Τραβώ το χτένι αστραπή, τελειώνει το στημόνι,
γιατί φοβάμαι η δύστυχη μήπως και μείνω μόνη.
Να τελειώσω το υφαντό, να στρώσω το κρεβάτι,
μήπως και πάρω αύριο το άλλο μονοπάτι …
Τον αργαλειό μου τον καλό και το χρυσό μου χτένι
θέλω πολύ να τ’ αγαπούν και πάντα να υφαίνει.
Εφύγαν τα λιοκάματα και μ’ έχει πιάσει βράδυ,
γι αυτό παιδί μου γρήγορα άναψε το λυχνάρι.
Βάλτου λαδάκι μπόλικο κι ένα μακρύ φυτίλι,
για να κρατήσει, μάτια μου, όσο και το καντήλι.
Πατάω τα ποδαρικά, ν’ ανοίξουν τα μητάρια,
για να περάσουν γρήγορα η σαΐτα με τα υφάδια,
για να τελειώσω το υφαντό, να ράψω τα κομμάτια,
προτού παιδάκια μου εσείς μου κλείσετε τα μάτια.
Να ράψω θέλω γρήγορα, να’ναι καλοραμμένα
κι εσείς καλά παιδάκια μου να είσθε αγαπημένα
σαν τα κομμάτια που’ραψα και τα’χω κάνει ένα.
Στα δεκατρία μου με πάντρεψαν, σαν ήμουνα παιδούλα,
το πρώτο το παιδάκι μου το γέννησα κορούλα,
σαν κούκλα το καμάρωνα και το’ντυνα νυφούλα,
τόσο μικρή δεν πίστευα πως ήμουνα μανούλα.
Οχτώ παιδιά εγέννησα, μου’μειναν μόνο έξι
κι αυτά τ’ αφήνω στο Θεό, να μου τα προστατέψει …
Φτάνει παιδάκια μου εδώ τελειώνει το στημόνι,
εδώ και σας αφήνω γεια, θέλω να φύγω μόνη.
Λάδι δεν έμεινε για με, θα σβήσει το λυχνάρι
κι εγώ θα φύγω μακριά σαν το ξερό κλωνάρι.
Θέλω παιδιά μου να’ρχεστε σε τούτο το κονάκι
περνάτε κι απ’ τον τάφο μου ν’ ανάβετε κεράκι
και λίγο μοσχολίβανο, μ’αρέσει η μυρωδιά του,
να ευφρανθεί η καρδούλα μου από την ευωδιά του.
Και να σας δω και να χαρώ να ζείτε εν ειρήνη,
και το βαρύ το χώμα μου ανάλαφρο θα γίνει.
Και τον στημένο μου αργαλειό ποτέ μην τον ξεχνάτε,
να τον θυμάστε πάντοτε και να τον αγαπάτε.
Για την καταγραφή: Έκτορας Γ. Χόρτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου