Του Έκτορα Γ. Χόρτη
Συνειρμικά με το χαμό του ιδιαίτερα αγαπητού σε όλους τους συγχωριανούς Χρήστου μάς έρχεται στο νου πως, τα δύο τελευταία χρόνια που (ξανα)κυκλοφορεί η εφημερίδα, στο χωριό μας έχουν καταγραφεί μεγάλες απώλειες. Φτώχυνε κι ακρωτηριάστηκε η κοινότητά μας μ’ αυτές.
Και το πιο βαρύ είναι ότι ανάμεσα σε όσους έφυγαν για το μεγάλο ταξίδι συγκαταλέγονται κάποιοι που έφυγαν πρόωρα από κοντά μας. Χρωστάμε και σ’ αυτούς ένα μνημόσυνο.
Στην Αλεξάνδρα, τον Πανταζή, τον Άγγελο και σε όσους έφυγαν πρόωρα από κοντά μας
Τα Χορτάτα πλημμυρισμένα απ’ το κλάμα.
Σκούζει ο άνεμος, φορτωμένος νεκρή φύση,
φτερουγίζοντας. προς τη σκληρή αιώνια νύχτα.
Δυστυχώς, ο πιο προσφιλής μας τόπος φαίνεται
πως είναι ο Αη Γιάννης.
Γι’ αυτό δεν ξέρω για ποιους να πενθήσουμε περισσότερο
ούτε ποιοι είναι λιγότερο δυστυχισμένοι,
μιας κι έχουμε υποστεί την οδύνη της απώλειας
σε αλλεπάλληλα πρωθύστερα σχήματα.
Τρέμει συνέχεια η καμπάνα τ’ Αη Γιαννιού
κι εγιόμισε ρωγμές ο περιβάλλων χώρος,
για να κοιμηθούνε φίλοι – χλωρές ακόμα παρουσίες.
Ορφανοί πατούμε την Κομμένη Στράτα κρατώντας στου
μυαλού τ’ αυλάκια τον κόσμο των κλειστών βλεφάρων
Ζεστό αίμα τρέχει απ’ τα μάτια των μανάδων,
σκαμμένα τα μάτια συγγενών και φίλων.
Κι ο Γιάννης να φκιαρίζει σωρούς από ρίγος,
σκοτάδι και μαύρα φεγγάρια
Χώρος γιομάτος ψυχές στο σύνορο με την άλλη πλευρά του Στερεώματος!
Άκρα του τάφου σιωπή!
Δυο κόσμοι τόσο ασύμβατοι μα και τόσο συνυφασμένοι
μεταξύ τους!
Για να καλύψω το κενό, περιφέρω τη ματιά μου στ’ αγριολούλουδα ,
σκύβω επάνω στους φρέσκους τάφους των φίλων που έφυγαν νέοι, στης Αλεξάνδρας, του Πανταζή, του Άγγελου,
κι ο συνειρμός, μαχαίρι κοφτερό, ζωγράφος προσωπογραφιών σε μαύρο φόντο, της Βούλας, του Λεωνίδα, του Αριστείδη, του Τριαντάφυλλου, του Γιώργου …, αποκαλύπτει την οντότητα του ερέβους.
Με την κραυγή απ’ το πικραμένο στόμα της καμπάνας τ’ Αη Γιαννιού, παρασυρμένος απ’ τους λυγμούς της, βυθίζομαι σε μια υγρή οδύνη.
Μπαίνω μέσα στην Εκκλησία με θολά ακόμα τα μάτια
και τη ώρα που το κερί γέρνει δακρύζοντας στο μανουάλι
σαν απ’ τον ουρανό του ναού ν’ ακούστηκε ο ψαλμός
με το αγαπημένο ηχόχρωμα της φωνής του πατρός Παπαγιώργη:
-΄Ανθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού …».
Θα κρατήσουμε ποτέ άσπρα μαντήλια;
Συνειρμικά με το χαμό του ιδιαίτερα αγαπητού σε όλους τους συγχωριανούς Χρήστου μάς έρχεται στο νου πως, τα δύο τελευταία χρόνια που (ξανα)κυκλοφορεί η εφημερίδα, στο χωριό μας έχουν καταγραφεί μεγάλες απώλειες. Φτώχυνε κι ακρωτηριάστηκε η κοινότητά μας μ’ αυτές.
Και το πιο βαρύ είναι ότι ανάμεσα σε όσους έφυγαν για το μεγάλο ταξίδι συγκαταλέγονται κάποιοι που έφυγαν πρόωρα από κοντά μας. Χρωστάμε και σ’ αυτούς ένα μνημόσυνο.
Στην Αλεξάνδρα, τον Πανταζή, τον Άγγελο και σε όσους έφυγαν πρόωρα από κοντά μας
Τα Χορτάτα πλημμυρισμένα απ’ το κλάμα.
Σκούζει ο άνεμος, φορτωμένος νεκρή φύση,
φτερουγίζοντας. προς τη σκληρή αιώνια νύχτα.
Δυστυχώς, ο πιο προσφιλής μας τόπος φαίνεται
πως είναι ο Αη Γιάννης.
Γι’ αυτό δεν ξέρω για ποιους να πενθήσουμε περισσότερο
ούτε ποιοι είναι λιγότερο δυστυχισμένοι,
μιας κι έχουμε υποστεί την οδύνη της απώλειας
σε αλλεπάλληλα πρωθύστερα σχήματα.
Τρέμει συνέχεια η καμπάνα τ’ Αη Γιαννιού
κι εγιόμισε ρωγμές ο περιβάλλων χώρος,
για να κοιμηθούνε φίλοι – χλωρές ακόμα παρουσίες.
Ορφανοί πατούμε την Κομμένη Στράτα κρατώντας στου
μυαλού τ’ αυλάκια τον κόσμο των κλειστών βλεφάρων
Ζεστό αίμα τρέχει απ’ τα μάτια των μανάδων,
σκαμμένα τα μάτια συγγενών και φίλων.
Κι ο Γιάννης να φκιαρίζει σωρούς από ρίγος,
σκοτάδι και μαύρα φεγγάρια
Χώρος γιομάτος ψυχές στο σύνορο με την άλλη πλευρά του Στερεώματος!
Άκρα του τάφου σιωπή!
Δυο κόσμοι τόσο ασύμβατοι μα και τόσο συνυφασμένοι
μεταξύ τους!
Για να καλύψω το κενό, περιφέρω τη ματιά μου στ’ αγριολούλουδα ,
σκύβω επάνω στους φρέσκους τάφους των φίλων που έφυγαν νέοι, στης Αλεξάνδρας, του Πανταζή, του Άγγελου,
κι ο συνειρμός, μαχαίρι κοφτερό, ζωγράφος προσωπογραφιών σε μαύρο φόντο, της Βούλας, του Λεωνίδα, του Αριστείδη, του Τριαντάφυλλου, του Γιώργου …, αποκαλύπτει την οντότητα του ερέβους.
Με την κραυγή απ’ το πικραμένο στόμα της καμπάνας τ’ Αη Γιαννιού, παρασυρμένος απ’ τους λυγμούς της, βυθίζομαι σε μια υγρή οδύνη.
Μπαίνω μέσα στην Εκκλησία με θολά ακόμα τα μάτια
και τη ώρα που το κερί γέρνει δακρύζοντας στο μανουάλι
σαν απ’ τον ουρανό του ναού ν’ ακούστηκε ο ψαλμός
με το αγαπημένο ηχόχρωμα της φωνής του πατρός Παπαγιώργη:
-΄Ανθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού …».
Θα κρατήσουμε ποτέ άσπρα μαντήλια;

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου